Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Επιπτώσεις Γερμανικής Κατοχής στην χώρα μας / "Η χαμένη τιμή των πανεπιστημίων"

(Εδώ μπορείτε να βρείτε την επίκαιρη ανακοίνωση της ΟΛΜΕ για την 28η Οκτωβρίου. Αξίζει να τη διαβάσετε).

Επ' ευκαιρία της ημέρας και με αφορμή την σημερινή οικονομική κατάσταση στην χώρα μας (και δεδομένου του ρόλου της Γερμανίας στα όσα συμβαίνουν γύρω μας) έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο και να δούμε τις επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας μας από την προηγούμενη "επίσκεψη" των Γερμανών στην χώρα μας, μέσω μιας γραπτής έκθεσης. Πρόκειται για μια έρευνα, που παρουσιάστηκε το 1945, στο Παρίσι και το Λονδίνο, καθώς και στη διάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στον Αγ. Φραγκίσκο και απαριθμεί αναλυτικά τις απώλειες της Ελλάδας, σε πληθυσμό, περιουσία και υποδομές.

Οι ανθρώπινες απώλειες, οι σφαγές, η οικονομική καταστροφή και η καταστροφή των υποδομών, θα παρουσιαστούν με φωτογραφίες, χάρτες και διαγράμματα, όπως καταγράφηκαν στο λεύκωμα "Αι Θυσίαι της Ελλάδος εις τον Β' Παγκόσμιον Πόλεμον"*, που δημοσιεύθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση.
Η γερμανική κατοχή της Ελλάδας, επέφερε μια ολοκληρωτική καταστροφή στην οικονομία της χώρας και κυρίως στη γεωργική παραγωγή.

Η παρουσία των δυνάμεων του Χίτλερ στην Ελλάδα συνοδεύτηκε από ένα οικονομικό "ολοκαύτωμα". Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να συντηρεί τα στρατεύματα που στάθμευαν στη χώρα, ενώ ανεφοδίαζε με τρόφιμα και το μέτωπο της Λιβύης. Παράλληλα οι Γερμανοί λεηλατούσαν την παραγωγή με αποτέλεσμα την εξόντωση χιλιάδων Ελλήνων από πείνα και ασθένειες.

Ωστόσο, με την έναρξη της κατοχής ο ελληνικός λαός σταμάτησε όσο ήταν δυνατόν την παραγωγή με στόχο να μη βοηθηθεί ο Άξονας. Έτσι, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις και η απόδοσή τους κατά στρέμμα ελαττώθηκαν σημαντικά.

Όπως φαίνεται και στο παραπάνω διάγραμμα, την περίοδο της κατοχής (1941-1944), είχαμε μείωση της παραγωγής κατά 40% στα δημητριακά, κατά 36% στα όσπρια, κατά 89% στον καπνό και κατά 75% στο βαμβάκι.

Κυρίως μειώθηκε η παραγωγή προϊόντων που είχαν περισσότερο ανάγκη οι Γερμανοί, όπως το βαμβάκι και ο καπνός, ενώ το ίδιο συνέβη και με τις ελιές, το λάδι τα σταφύλια και τους ξηρούς καρπούς.

Μείωση παρατηρήθηκε και στην παραγωγή μεταλλευμάτων (αντιδράσεις εργατών, σαμποτάζ, επιθέσεις αντιστασιακών), με την Ελλάδα να διακόπτει ουσιαστικά τις εξαγωγές , με στόχο να μην μπορούν οι κατοχικές δυνάμεις να επωφεληθούν.

Όπως ήταν φυσικό οι Γερμανοί αντέδρασαν στο σαμποτάζ, διακόπτοντας τις εισαγωγές στην Ελλάδα με ό,τι αυτό σήμαινε για τον λαό της.

Οι Γερμανοί εκμηδένισαν τις εισαγωγές ζώων και μείωσαν δραστικά τον αριθμό των ζώων που χρησιμοποιούνταν σε εργασίες, με αποτέλεσμα τα χωράφια να μείνουν ακαλλιέργητα και οι μεταφορές σε δύσβατες περιοχές να σταματήσουν.

Με ανάλογο τρόπο μειώθηκε και ο κτηνοτροφικός πλούτος της χώρας, με αποτέλεσμα το κρέας, το τυρί και άλλα κτηνονοτροφικά προϊόντα να εξαφανισθούν από την ελληνική αγορά.

Με τη ραγδαία μείωση και των εισαγωγών και των εξαγωγών κλιμακώθηκε ο οικονομικός πόλεμος κατά της χώρας μας ως συνέπεια της εισβολής και κατοχής της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα.

H κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς, συνοδεύτηκε από μεγάλες καταστροφές στις πόλεις, τα χωριά, τις υποδομές και τα δάση της χώρας. Οι Γερμανοί αποχωρώντας από την Ελλάδα, άφησαν πίσω τους ερείπια. Από τη Βόρειο Ήπειρο μέχρι τα Δωδεκάνησα, κτίρια, σπίτια, εκκλησίες, νοσοκομεία και σχολεία μετατράπηκαν σε χαλάσματα.

Οι κατακτητές άφησαν τα ίχνη τους σε κάθε πόλη και κάθε χωριό (βομβαρδισμοί, φωτιές, λεηλασίες), ενώ ελάχιστες περιοχές κυρίως μέσα σε μεγάλες πόλεις παρέμειναν άθικτες.

Η Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κατοχής, έχασε 400.000 οικοδομές, δηλαδή το 28% του οικοδομικού της πλούτου και αξίζει να σημειωθεί ότι έρχεται πρώτη σε θυσίες μεταξύ των Συμμάχων.

Δρόμοι, γέφυρες, κτίρια ισοπεδώθηκαν ενώ οι κατακτητές δεν σεβάστηκαν ούτε τα δάση. Όσα δεν τα έκοβαν για να στείλουν ξύλα στη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βουλγαρία, τα έκαιγαν για να πολεμήσουν τους αντάρτες. Σε ορισμένες περιοχές μάλιστα όπως η Αττική, η καταστροφή δασών άγγιξε ή ξεπέρασε το 75%. Tεράστιες ήταν και οι καταστροφές στο οδικό δίκτυο (κόκκινες γραμμές), ενώ λίγες γέφυρες έμειναν ανέπαφες.

Οι Έλληνες αντάρτες κατέστρεψαν πολλούς δρόμους για να εμποδίζουν τον ανεφοδιασμό των γερμανικών στρατευμάτων στην Αφρική. Παράλληλα, όταν η Γερμανία ηττήθηκε και ήρθε η ώρα να εγκαταλείψει την Ελλάδα, ακολουθήθηκε η τακτική της καμμένης γης. Οι κατακτητές κατέστρεφαν κατά την αποχώρησή τους ό,τι μπορούσαν και ουσιαστικά διέλυσαν ό,τι είχε απομείνει από το συγκοινωνιακό δίκτυο της χώρας.

Όλες οι γέφυρες, εκτός από όσες ήταν πολύ μικρές, καταστράφηκαν και το ίδιο συνέβη με τις σήραγγες και με κάθε τεχνικό έργο. Το 90% των γεφυρών με άνοιγμα άνω των 6 μέτρων ισοπεδώθηκαν, ενώ καταστράφηκαν όλες οι γέφυρες (απώλειες) μήκους από 10 έως 40 μέτρα.

Μεγάλες ζημιές υπέστη και το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας, είτε από τους Γερμανούς, είτε από αντάρτες που προσπαθούσαν να εμποδίσουν τον ανεφοδιασμό του γερμανικού στρατού. Η ίδια τακτική ακολουθήθηκε και με τα μηχανοστάσια, τις δεξαμενές και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Από όπου πέρναγαν οι δυνάμεις του άξονα άφηναν πίσω τους συντρίμμια και ερείπια.

Η απελευθέρωση βρήκε την Ελλάδα, χωρίς σιδηροδρομικό δίκτυο. Ελάχιστες γραμμές είχαν μείνει άθικτες σε όλη τη χώρα. Ίδια εικόνα και στα λιμάνια. Οι Γερμανοί ανατίναζαν εγκαταστάσεις, μηχανήματα και προβλήτες, με αποτέλεσμα κάθε ανεφοδιασμός και επικοινωνία της Ελλάδας να διακοπεί. Στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, ακολουθήθηκε συγκεκριμένο πλάνο καταστροφής και κατεδαφίστηκαν ή ανατινάχθηκαν τα κυριώτερα κτίρια και εγκαταστάσεις.

Αξίζει τέλος να αναφερθεί ξεχωριστά η καταστροφή του Ισθμού της Κορίνθου. Οι Γερμανοί βύθισαν πλοία, ανατίναξαν τρένα και κατέστρεψαν γέφυρες, με αποτέλεσμα η διώρυγα της Κορίνθου να κλείσει για πολλά χρόνια.

Οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους

Εκτός από τις μαζικές εκτελέσεις και τις καταστροφές κτιρίων και υποδομών, οι Γερμανοί στη διάρκεια της κατοχής, χρησιμοποίησαν κατά του ελληνικού λαού ακόμα ένα πολύ ισχυρό "όπλο". Την πείνα.

Χιλιάδες Έλληνες έχασαν τη ζωή τους, λόγω της έλλειψης τροφίμων. Οι στρατιώτες του χίτλερ, άρπαζαν τρόφιμα, πρώτες ύλες και καύσιμα, ενώ η καταστροφή του οδικού δικτύου, εμπόδιζε τα προϊόντα της (μειωμένης) αγροτικής παραγωγής να φτάσουν στις πόλεις.

Παράλληλα, με την εκτόξευση του πληθωρισμού, τα χρήματα έχασαν την αξία τους, με αποτέλεσμα μόνο όσοι παρήγαγαν προϊόντα να μπορούν να τα ανταλάσσουν με άλλα προϊόντα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο πληθωρισμός, γρήγορα έφτασε σε όρια που καμία χώρα δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Ο τιμάριθμος εκτοξεύθηκε και για παράδειγμα τον Σεπτέμβριο του 1944 για να αγοράσει κάποιος μία οκά ψωμί (περίπου 1,3 κιλά), χρειαζόταν να πληρώσει... 153.000.000 δραχμές!

Ο τιμάριθμος ανέβαινε, αλλά οι κατακτητές κρατούσαν χαμηλά τους μισθούς των εργατών, με αποτέλεσμα να αγοράζουν αυτοί όσα δεν μπορούσαν να αποκτήσουν οι Έλληνες, που λιμοκτονούσαν.

Ο συνδυασμός της μικρής ποσότητας των τροφίμων, των μεγάλων τιμών και των χαμηλών μισθών ήταν καταδικαστικός για τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού. Οι κάτοικοι των πόλεων και των αποκομμένων, λόγω του ναυτικού αποκλεισμού νησιών υπέφεραν και το επίπεδο διατροφής, έπεσε πολύ χαμηλά.

Τα συσσίτια ήταν καθημερινό φαινόμενο, ενώ το χειμώνα του 1941, οι άνθρωποι στις πόλεις πέθαιναν στους δρόμους, ψάχνοντας για τροφή.

Η πείνα έπληξε κυρίως τα παιδιά, που υπέφεραν από τον υποσιτισμό, την ελονοσία και τη φυματίωση. Συνολικά, υπολογίζεται ότι οι νεκροί λόγω της πείνας και των κακουχιών την περίοδο της γερμανικής κατοχής, ανήλθαν στους 260.000 και στο τρομακτικό αυτό νούμερο δεν υπολογίζονται οι σφαγές, οι εκτελέσεις και οι θηριωδίες.

Εκτελέσεις, σφαγές και ομαδικοί τάφοι

O πληθυσμός της Ελλάδας μετά το τέλος της γερμανικής κατοχής είχε μειωθεί δραστικά. Εκτός από την πείνα, οι διωγμοί, οι σφαγές και οι εκτελέσεις προκάλεσαν χιλιάδες θύματα σε όλη τη χώρα. Υπολογίζεται ότι από τους βομβαρδισμούς έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 3.000 άνθρωποι, στον ελληνογερμανικό πόλεμο 8.000, στον ανταρτοπόλεμο 50.000, οι εκτελέσεις από Γερμανούς και Ιταλούς ξεπέρασαν τις 30.000 και οι απώλειες του εμπορικού ναυτικού σε 3.500.

Αν συνυπολογίσουμε τον ελληνοϊταλικό πόλεμο (15.700 νεκροί), τις βουλγαρικές σφαγές (40.000 νεκροί) και τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς (4.000 νεκροί), γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η μικρή Ελλάδα πλήρωσε πολύ βαρύ φόρο αίματος σε σύγκριση με άλλες χώρες. Στα Καλάβρυτα οι Γερμανοί σκότωσαν όλους τους άνδρες από 15 ετών και πάνω, δηλαδή επί συνόλου 2035 ανδρών εκτελέστηκαν 1.436 (70,5%). Στο Δίστομο σκότωσαν αδιακρίτως 218 άνδρες, γυναίκες, μωρά, παιδιά και ηλικιωμένους.

Σε όλα τα μέρη της χώρας συναντούσε κανείς ομαδικούς τάφους, αποτέλεσμα των μαζικών εκτελέσεων από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους.

Εκτός από τους Γερμανούς, μεγάλες απώλειες στον ελληνικό πληθυσμό προκάλεσαν και οι σύμμαχοί τους Βούλγαροι. Με συστηματικές σφαγές, πυροπολήσεις και δολοφονίες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εξοντώσουν τους Έλληνες, σκηνοθετώντας ακόμη και "επαναστάσεις", τις οποίες έπνιγαν στο αίμα σκοτώνοντας άμαχους.

Οι Γερμανοί, όπως και οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι εξόντωναν συστηματικά και με κάθε τρόπο όχι μόνο όσους αντιστέκονταν, αλλά και τους άμαχους ως αντίποινα, με κρεμάλες, σφαγές, τουφεκισμούς.



Με την αποχώρηση των κατακτητών, η Ελλάδα πέρα από την οικονομική καταστροφή, θρηνούσε τον θάνατο χιλιάδων πολιτών της που είτε εκτελέστηκαν, είτε μεταφέρθηκαν ως όμηροι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, είτε αναγκάστηκαν να μετακινηθούν εκτός της χώρας ή στο εσωτερικό της για να γλυτώσουν από Γερμανούς, Βούλγαρους, Ιταλούς και τους ντόπιους συνεργάτες τους.

Η Ελλάδα στο τέλος του πολέμου είχε χάσει το 10% του πληθυσμού της, είχε κατεστραμμένη οικονομία και οι υποδομές της ήταν ανύπαρκτες.

Για την προσφορά της στη μάχη κατά του Άξονα, η αναγνώριση στα λόγια (θυμηθείτε τον θαυμασμό του Τσόρτσιλ) ήταν μεγάλη. Στην πράξη όμως οι γερμανικές αποζημιώσεις δεν δόθηκαν ποτέ και με ευθύνη διαδοχικών κυβερνήσεων...

*Τα στοιχεία που περιέχει το λεύκωμα συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της κατοχής από το Γραφείο Χωροταξικών και Πολεοδομικών Μελετών και Ερευνών του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και από άλλες Δημόσιες Υπηρεσίες της εποχής. Το κείμενο του λευκώματος γράφτηκε από τον Αρχιτέκτονα κ. Κ.Α. Δοξιάδη.

Η εργασία άρχισε τον Μάιο του 1941 και δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 1944 όταν ελευθερώθηκε η Ελλάδα. Το 1945, παρουσιάσθηκε στο Παρίσι και το Λονδίνο, καθώς και στη διάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στον Αγ. Φραγκίσκο.

(Τα συγχαρητήρια μας στην εφημερίδα "Δημοκρατία" που ανέσυρε από τη λήθη την έκθεση αυτή και τη δημοσίευσε ώστε να μπορέσουμε όλοι μας, με καθαρό μυαλό να μάθουμε και να κρίνουμε)...

Και για να μην ξεχνιόμαστε... Μπορεί να έχει περάσει καιρός από την σκανδαλώδη ψήφιση του νομοσχεδίου για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ, αλλά η κατάσταση σ' αυτά παραμένει ρευστή. Αξίζει να δούμε λίγο τα πράγματα από τη σκοπιά των πανεπιστημιακών. Και θα το κάνουμε αναδημοσιεύοντας ένα άρθρο για την "χαμένη τιμή των πανεπιστημίων" του καθηγητή Κ.Ρέμελη, από την "Ελευθεροτυπία":

"Η πρόσφατη κατάθεση του προσχεδίου νόμου για την οργάνωση των πανεπιστημίων μπορεί να μην ήταν προϊόν ουσιαστικού διαλόγου αλλά, αναμφίβολα, αποτέλεσε το ερέθισμα για ένα γόνιμο και ενδιαφέροντα επιστημονικό διάλογο ως προς τα συνταγματικά ζητήματα που θέτουν εξ αντικειμένου ορισμένες διατάξεις του.
Αφορμή για το παρόν σχόλιο αποτέλεσαν οι επιστημονικές θέσεις που διατυπώθηκαν από τους διακεκριμένους συνταγματολόγους Ν. Κ. Αλιβιζάτο και Α. Μανιτάκη στην εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής» 17.7.2011, οι οποίες εγείρουν εύλογες και ποικίλες αντιρρήσεις.

Οι αντιρρήσεις αυτές αφορούν ιδίως στις θέσεις των συντακτών ως προς τη συνταγματικότητα των διατάξεων του προσχεδίου που προβλέπουν τη θεσμοθέτηση 15μελούς Συμβουλίου του Ιδρύματος στο οποίο θα συμμετέχουν επτά εξωτερικά μέλη «εκ προσωπικοτήτων», μολονότι στο εν λόγω Συμβούλιο ανατίθενται οι πλέον καθοριστικές διοικητικές αρμοδιότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι και αυτή της επιλογής του πρύτανη που δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από τις τάξεις του συγκεκριμένου πανεπιστημίου, καθώς και της θέσπισης του συνολικού κανονιστικού καθεστώτος λειτουργίας των ΑΕΙ.

Υποστηρίχθηκε ειδικότερα ότι η οργάνωση των πανεπιστημίων είναι θέμα κοινού και όχι συντακτικού νομοθέτη, καθώς και ότι ο τρόπος ανάδειξης των τελευταίων δεν προβλέπεται, ούτε, πολύ λιγότερο, επιβάλλεται από το Σύνταγμα.

Με τη διατύπωση αυτή προδήλως υπονοείται ότι ο κοινός νομοθέτης είναι παντελώς ελεύθερος να επιλέξει οιονδήποτε οργανωτικό τύπο για τα πανεπιστήμια. Η άποψη όμως αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη, καθόσον:

α) Θεωρία και νομολογία αναγνωρίζουν και προσδίδουν ιδιαίτερα πυκνό κανονιστικό περιεχόμενο στο άρθρο 16 παρ. 5 Σ. που διέπει την οργάνωση και τη λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης.

β) Το ισχύον Σύνταγμα χωρίς να αναγνωρίζει την αυτονομία των πανεπιστημίων θεσπίζει την πλήρη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ ως ένα ενδιάμεσο καθεστώς μεταξύ απλής «αυτοδιοίκησης» και «αυτονομίας» (Α. Μάνεσης, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη 1954-1979, Ι, 1980, σ. 698).

γ) Σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας, με τις διατάξεις του άρθρου 16 Σ. όχι μόνο δεν αναγνωρίζεται ελευθερία στον κοινό νομοθέτη ως προς την επιλογή του οργανωτικού τύπου του ελληνικού πανεπιστημίου αλλά, αντιθέτως, «καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και οι αρχές που πρέπει να διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαίδευσης, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοίκησης αλλά και του κοινού νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση από αυτόν των σχετικών θεμάτων» (ΣτΕ 338/2011, 2786/1984 Ολ.).

δ) Με τις αποφάσεις 2805, 2808, 2810 και 2811/1984 της Ολομέλειας του ΣτΕ κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1268/1982 που προέβλεπαν τον τρόπο εκλογής του πρύτανη και των αντιπρυτάνεων αντίκεινται στο Σύνταγμα. Αν το τελευταίο δεν έθετε έστω και ελάσσονες περιορισμούς ως προς την επιλογή του οργανωτικού πλαισίου των ΑΕΙ, προδήλως το Δικαστήριο δεν θα ανεύρισκε έρεισμα αντισυνταγματικότητας στο άρθρο 16 Σ.

Προβλήθηκε επίσης ότι επειδή τα πανεπιστήμια είναι νομικά πρόσωπα ιδρυματικού και όχι σωματειακού χαρακτήρα, οι πανεπιστημιακοί δεν έχουν ατομικό δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στα πανεπιστημιακά όργανα. Συνακόλουθα πρέπει να θεωρηθεί συνταγματικώς ανεκτή η αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος σε μέλη έξωθεν της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Σύμφωνα όμως με την απολύτως κρατούσα γνώμη στη θεωρία ως ορθότερη προκρίνεται η προσέγγιση που δίνει έμφαση στα σωματειακά και όχι τα ιδρυματικά στοιχεία του πανεπιστημίου. Αλλως θα έπρεπε να θεωρούνται ορφανές οι ακαδημαϊκές ελευθερίες του άρθρου 16 Σ., οι οποίες ενδυναμώνονται μέσα από την ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση. Πρόδηλο όμως είναι ότι φορείς των εν λόγω δικαιωμάτων δεν μπορεί παρά να είναι τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, όπως η τελευταία δομήθηκε παραδοσιακά και εξελικτικά ως κοινότητα διδασκόντων και διδασκομένων. Και υπό τις δύο πάντως εκδοχές, θεωρία και νομολογία συμφωνούν ότι το ατομικό δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι δεν αναγνωρίζεται ούτως ή άλλως σε κάθε μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας. Τούτο βέβαια ουδόλως έχει ως αναγκαία συνέπεια, όπως εκλαμβάνει η επίμαχη άποψη, ότι τα όργανα διοίκησης του ΑΕΙ ετεροκαθορίζονται (όπως συμβαίνει στα λοιπά αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα) και ότι το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι μπορεί να αναγνωρίζεται σε πρόσωπα που δεν είναι μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Οπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Α. Μάνεσης, «τα ΑΕΙ δεν πρέπει [...] να αντιμετωπίζονται ως απλά "ιδρύματα", αλλά και σαν "ενώσεις προσώπων". "Πλήρης αυτοδιοίκηση" δεν μπορεί να νοηθεί στοιχειωδώς παρά με την ανάδειξη των οργάνων που διοικούν τα Α.Ε.Ι. μόνο από όσους τα απαρτίζουν». (Α. Μάνεσης, όπ.π., σελ. 698 επ.).

Επιχειρείται, τέλος, να αντληθεί επιχείρημα υπέρ της συμμετοχής εξωτερικών μελών στο Συμβούλιο του Ιδρύματος από την απόφαση του ΣτΕ 32/2009. Παραβλέπεται όμως το γεγονός ότι η συγκεκριμένη απόφαση, όπως τονίζει εκτενώς το Δικαστήριο, αφορά σε επιστημονικές κρίσεις που στοχεύουν την αξιοκρατική αξιολόγηση των υποψηφίων και όχι σε όργανα διοίκησης των πανεπιστημίων.

Θα συμφωνούσα με την άποψη των συντακτών του επίμαχου δημοσιεύματος ότι η αντισυνταγματικότητα δεν μπορεί να λειτουργεί ως "παρασιτοκτόνο". Πράγματι, η αντισυνταγματικότητα δεν μπορεί να λειτουργεί ως «παρασιτοκτόνο» και να αποτελεί το ενδεδειγμένο μέσο για κάθε ποθούμενη "νομοκτονία". Παράλληλα όμως, η εντεινόμενη τελευταία ρητορική αμφισβήτησης και υποτίμησης του Συντάγματος εμπεριέχει μοιραία σοβαρά πολιτειολογικά μηνύματα. Αν το Σύνταγμα εκλαμβάνεται πλέον από μερίδα πολιτικών παραγόντων ως ένα απλό νομικό αφήγημα απογυμνωμένο από οιοδήποτε ουσιαστικό και δεσμευτικό περιεχόμενο, ένα είναι βέβαιο: δεν μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για τον εκδημοκρατισμό της δημοκρατίας μας και το μέλλον του κράτους δικαίου στη χώρα μας."

Δεν υπάρχουν σχόλια: