Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Ουρά στο Δημόσιο για συντάξεις / Μαζικά ερωτήματα στην Επιθεώρηση Εργασίας για μειώσεις μισθών / Παραδείγματα συγχωνεύσεων σχολείων

Είδηση 1η: Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους η κατάσταση με τη διαδικασία έκδοσης των συνταξιοδοτικών αποφάσεων έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Οι εκκρεμείς αιτήσεις από τους δημόσιους υπαλλήλους που σπεύδουν να αποχωρήσουν ξεπέρασαν τις 35.000. Την ίδια ώρα στο ΙΚΑ, οι αιτήσεις συνταξιοδότησης ή τα αιτήματα καταμέτρησης του χρόνου που έχει διανυθεί στο Ταμείο, στο πλαίσιο της διαδοχικής ασφάλισης, υπολογίζονται σε 60.000. Στην καλύτερη περίπτωση ο μέσος χρόνος αναμονής για την απόκτηση της κύριας σύνταξης φτάνει το ένα έτος. Ηλεκτρονική καταμέτρηση γίνεται μόνο για τα χρόνια ασφάλισης μετά το 2001 και στο υπουργείο Εργασίας ακόμη δεν έχουν λύσει το «αίνιγμα» για τη μηχανογράφηση των ασφαλιστικών φορέων που ακόμη δουλεύουν με χαρτί και στιλό.

Για όποιον είχε την ατυχία να ασφαλιστεί και στο επικουρικό των εμποροϋπαλλήλων, ή για όλους όσοι προσδοκούν να πάρουν εφάπαξ από το Ταμείο Πρόνοιας του Δημοσίου η αναμονή μπορεί να διαρκέσει 3 ή και παραπάνω χρόνια. Μέχρι τότε πώς θα ζήσει; Οσοι δεν έχουν αποταμιεύσεις θα δανειστούν, θα πιεστούν, θα βάλουν λυτούς και δεμένους για να επισπεύσουν τις διαδικασίες. Θα αναζητήσουν για πολλοστή φορά κάποιο μέσο για το αυτονόητο δικαίωμα στη σύνταξη που δικαιούνται. Η αλήθεια είναι ότι μετά και την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, η αγωνία για τη σύνταξη και την τύχη των Ταμείων, αντί να καταλαγιάσει, διογκώθηκε. H συνέχεια είναι γνωστή. Η ανασφάλεια λειτουργεί σαν το ντόμινο. Οσο πιο πολύ αυξάνεται ο χρόνος αναμονής τόσο πιο έντονα νιώθουν περισσότεροι ασφαλισμένοι την ανάγκη να καταθέσουν, το γρηγορότερο δυνατό, τα χαρτιά τους για να προλάβουν τα χειρότερα. Εκατοντάδες αιτήσεις υποβάλλονται καθημερινά, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε πολύ πάνω από 100.000 μελλοντικούς συνταξιούχους.

Μέσα σε μια δεκαετία ο αριθμός των αιτήσεων στο Δημόσιο που δεν ξεπερνούσε τις 12.000 τριπλασιάστηκε. Στο ΙΚΑ, η αποχώρηση των stagiers κάνει ακόμη πιο δύσκολη την επιτάχυνση για έκδοση αποφάσεων από το προσωπικό που μέσα σε μία διετία μειώθηκε κατά 30%. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες ο χρόνος αναμονής σύνταξης φτάνει τον ένα χρόνο και εάν έχει προηγηθεί διαδοχική ασφάλιση αυξάνεται στους 18 μήνες.

Σχόλιο: Λογικό και αναμενόμενο των μαζικών αιτήσεων συνταξιοδότησης. Γιατί κάποιος που μπορεί να συνταξιοδοτηθεί να περιμένει, τη στιγμή που υπάρχει κίνδυνος για περαιτέρω αυξήσεις των ορίων ηλικίας; Αν η χώρα μας λειτουργούσε με σχέδιο και ορίζοντα κάτι τέτοιο δε θα συνέβαινε, όπως επίσης αν υπήρχε νομοθετική δέσμευση για σταθερό υπολογισμό συντάξεων και ουσιαστική κατοχύρωση των δικαιωμάτων συνταξιοδότησης. Αντ' αυτού όμως έχουμε μια συνεχή αλλαγή σχεδίων και πλάνων, υποσχέσεις που δεν τηρούνται και που αλλάζουν από την μια μέρα στην άλλη. Και βέβαια οι παλινδρομήσεις της κυβέρνησης οδηγούν σε στραγγισμό των ασφαλιστικών ταμείων που αντί να εισπράττουν θα είναι υποχρεωμένα να "πληρώνουν" μεγάλο αριθμό νέων συνταξιούχων και να καταβάλλουν αντίστοιχο αριθμό εφάπαξ. Το οποίο με τη σειρά του δημιουργεί "ανάγκη" για καινούργια μέτρα - κατά τη λογική πάντα της τρόικας και της κυβέρνησης.

Είδηση 2η: "Τσουνάμι" ειδικών επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας με μειώσεις αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα αναμένεται τους επόμενους μήνες. Εκατοντάδες κυρίως μικρομεσαίες επιχειρήσεις «ετοιμάζονται» να θέσουν σε εφαρμογή το νέο νομοθετικό πλαίσιο της κυβέρνησης που δίνει τη δυνατότητα συνομολόγησης με το προσωπικό τους ενός «κουρέματος των μισθών» δίδοντας ως «αντάλλαγμα» τη διατήρηση των υφισταμένων θέσεων εργασίας. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να ανατρέψει πλήρως το καθεστώς των αμοιβών του ιδιωτικού τομέα συμπαρασύροντας ομοειδείς επιχειρήσεις σε ανάλογες πρακτικές και επιφέροντας μειώσεις μισθών που ξεκινούν από 10% και φθάνουν ως και το 25%.

Την εικόνα αυτή καταγράφουν όλα τα στοιχεία που προέρχονται από το υπουργείο Εργασίας, τα Εργατικά Κέντρα της χώρας αλλά και από τις δικαστικές αρχές. Κοινή είναι η πεποίθηση ότι το επόμενο διάστημα αναμένεται «έκρηξη των επιχειρησιακών συμβάσεων», γεγονός που θα προκαλέσει στις υπόλοιπες επιχειρήσεις- όπου δεν θα υπάρξουν ανάλογες συμβάσεις- ένταση των πιέσεων προς το προσωπικό για την ανατροπή των ατομικών συμβάσεων με τη «σύμφωνη γνώμη» του κάθε εργαζομένου. Ενδεικτικά των όσων πρόκειται να επικρατήσουν το επόμενο διάστημα στην αγορά εργασίας είναι τα εξής στοιχεία:

Πρώτον, η αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας έχει κατακλυσθεί από ερωτήματα εργοδοτών που ζητούν περαιτέρω διευκρινίσεις για τον τρόπο εφαρμογής του νόμου έτσι ώστε να αποφύγουν παρατυπίες κατά τη σύναψη των ειδικών συμβάσεων οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν στην ακύρωσή τους. Σύμφωνα με πληροφορίες, τα ερωτήματα ξεπερνούν τα 1.000 και η αρμόδια υπηρεσία καλείται να παράσχει εξηγήσεις για ολόκληρο το εύρος των θεμάτων. Ειδικά μετά την αρνητική γνωμοδότηση του Συμβουλίου του ΣΕΠΕ για την περίπτωση της ΝΕΟΓΑΛ τα ερωτήματα πολλαπλασιάστηκαν, ενώ το Σώμα Επιθεωρητών εξέδωσε και εγκύκλιο για να διευκρινίσει πολλά σημεία του νόμου. Οι περισσότερες επιχειρήσεις προέρχονται από τη Βόρεια Ελλάδα αλλά και από την Ηλεία και την ευρύτερη βιομηχανική ζώνη της Δυτικής Ελλάδας. Δεύτερον, έχουν κατατεθεί στο Πρωτοδικείο πάνω από 600 αιτήσεις δημιουργίας εργοστασιακών σωματείων σε επιχειρήσεις όπου ως τώρα δεν υπήρχε εκπροσώπηση. Η μαζική αυτή εξέλιξη ερμηνεύεται ως «προετοιμασία» της εργατικής πλευράς προκειμένου να έλθει σε «συμβιβασμό» με την εργοδοτική πλευρά και να «συμφωνήσει» στη μείωση αποδοχών. Είναι κοινό μυστικό ότι οι πιέσεις που δέχονται οι εργαζόμενοι σε επιχειρησιακό επίπεδο είναι αφόρητες προκειμένου να αποδεχθούν ανάλογα μέτρα μείωσης των αποδοχών. Και βεβαίως η διαπραγμάτευση σε επίπεδο επιχείρησης είναι σαφώς πιο «εύκολη» για την εργοδοτική πλευρά απ΄ ό,τι με το αντίστοιχο κλαδικό σωματείο ή την ομοσπονδία. Εξ αυτού του λόγου και η αθρόα υποβολή αιτήσεων δημιουργίας σωματείων όπου δεν υπάρχουν, δηλαδή στις μικρές επιχειρήσεις.

Τρίτον, η εκδήλωση ισχυρών πιέσεων σε ατομικό επίπεδο ανά εργαζόμενο σε μικρές επιχειρήσεις προκειμένου να αποδεχθούν αλλαγή στις ατομικές συμβάσεις εργασίας. «Ή δέχεστε μειώσεις αμοιβών ή θα γίνουν απολύσεις» . Αυτό ακούγεται όλο και συχνότερα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σύμφωνα με καταγγελία κορυφαίου στελέχους του Εργατικού Κέντρου Αθήνας.

Σχόλιο: Ήταν αναμενόμενο ότι τα "άπλετα" παράθυρα του νόμου (και οι δηλώσεις της Υπουργού που ανοίξαν το δρόμο για γενίκευση του φαινομένου), θα δημιουργούσαν μαζικό αριθμό ερωτημάτων που πρακτικά σημαίνει και γενίκευση του φαινομένου. Η ΓΣΕΕ προσπαθεί με οδηγίες και κατευθύνσεις να συγκρατήσει το φαινόμενο (δείτε εδώ σχετικά), κάνοντας ότι μπορεί για να μη γίνουν ο κανόνας αντί για την εξαίρεση. Η Επιθεώρηση Εργασίας δυστυχώς δεν έχει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ούτε αρκετό περιθώριο από το νόμο για να επιβάλλει κάποια όρια και να θέσει "κόκκινες γραμμές".

Όταν δεν υπάρχει επομένως προστασία από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όταν η κυβέρνηση στηρίζει και ενισχύει την ασυδοσία που επικρατεί (μιας και ένα μέτρο που υποτίθεται ότι θα είναι προσωρινό και θα χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις καταλήγει να γίνεται "ντόμινο" παντού), τι απομένει στους εργαζομένους; Μόνο η προσωπική και σωματειακή τους αντίσταση: Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Από την άλλη θα πρέπει να πούμε ότι και οι ίδιες επιχειρήσεις θα πρέπει να γνωρίζουν ότι λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα στους εργαζομένους, σημαίνει λιγότερα έσοδα στις επιχειρήσεις τους αφού θα υπάρχει μείωση της καταναλωτικής δύναμης των πιθανών πελατών τους. Άρα - και εκτός αν στηρίζονται σχεδόν απόλυτα σε εξαγωγές - οι μειώσεις που επιβάλλουν για να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και ν' αυξήσουν την κερδοφορία τους, θα γυρίσουν εναντίον τους.

Και για να μην ξεχνιόμαστε...Γράψαμε τις προηγούμενες μέρες για τις συνενώσεις των σχολείων και είπαμε για τους κινδύνους που υπάρχουν απ' αυτό το μέτρο. Δυστυχώς δικαιωνόμαστε αφού οι 1000 περίπου συνενώσεις που προγραμματίζονται, θα γίνονται με βάση χιλιομετρικές αποστάσεις από την έδρα των σχολείων - προφανώς δεν περνάει από το μυαλό των κυρίων του υπουργείου ότι στις ορεινές/απομακρυσμένες περιοχές της χώρας το να πηγαίνει κάποιος σ' ένα σχολείο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μένει και στο χωριό που αυτό έχει την έδρα του. Τα περισσότερα απ' αυτά τα σχολεία είναι ήδη αποτέλεσμα συνενώσεων και οι μαθητές ταξιδεύουν 40-45' (απλή διαδρομή) την μέρα για να πάνε εκεί. Επίσης με βάση το απαράδεκτο οδικό δίκτυο της χώρας, τα "9-10 χιλιόμετρα" μπορεί να είναι πάνω από 30 λεπτά σε αυτοκίνητο - πάλι από την έδρα του σχολείου. Αλλά ποιος έχασε το ενδιαφέρον του για να το βρουν αυτοί; Όλα στο βωμό του κόστους...
Δείτε παραδείγματα συνενώσεων εδώ:



Πηγή ειδήσεων: "Καθημερινή", "Έθνος της Κυριακής" / Για το κίνημα των πολιτών που "δεν πληρώνουν" που γενικεύεται, διαβάστε εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: