Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Μια ψύχραιμη αποτίμηση των λαθών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι σε Τουρκία, Αλβανία και Σκόπια

Μπορούμε να καταλογίσουμε πολλά στον υπουργό Εξωτερικών κύριο Κοτζιά, αλλά το σίγουρο είναι ότι είναι ειλικρινής. Σε μια εκ βαθέων συνέντευξη του στην τηλεόραση αποκάλυψε ξεκάθαρα τους βασικούς άξονες της εξωτερικής πολιτικής όπως αυτή έχει χαραχθεί από την παρούσα κυβέρνηση: α) κλείσιμο ανοιχτών μετώπων με κάθε τρόπο (υπό το βάρος και της πίεσης από μέρους της Ε.Ε. και των ΗΠΑ) και β) μοναδικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι οι σχέσεις της με την Τουρκία.
Αυτό βέβαια δεν περιμέναμε τη συνέντευξη του υπουργού για το πληροφορηθούμε. Ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης Κυπριακού (όπου η Ελλάδα - και σωστά - κράτησε μια πολύ σκληρή στάση απέναντι στην Τουρκία), απέχει παρασάγγας από τη στάση της χώρας μας απέναντι στην Αλβανία και τα Σκόπια, όπου δίνουμε πολλά και εισπράττουμε ελάχιστα. 
Ο στόχος είναι προφανής: πολιτική απομόνωση της Τουρκίας (με στόχο να την κάνει να επανασχεδιάσει την εξωτερική της πολιτική) και μεταμόρφωση της Ελλάδας σε περιφερειακή δύναμη.
Η προσέγγιση όμως αυτή είναι ιδιαίτερα αφελής. Η Τουρκία παίζει το μουσουλμανικό/οικονομικό χαρτί εδώ και πάρα πολλά χρόνια σ' αυτές τις δύο χώρες και έχει χτίσει θέσεις που δεν αλλάζουν.  Η υποστήριξη του αλβανικού εθνικισμού (από τον οποίο δεν έχει να χάσει τίποτα), την κάνει προνομιακό συνομιλητή απέναντι στις δύο αυτές χώρες, καθώς και σε όσες έχουν ισχυρή αλβανική μειονότητα στα Βαλκάνια. Παράλληλα δε όλες οι επενδύσεις που γίνονταν στις χώρες αυτές, περνούσαν από "μάτι" των τουρκικών κυβερνήσεων και έφερναν πολιτικά ανταλλάγματα στους κακομαθημένους γείτονές μας.
Είναι τραγικό για την χώρα μας το ότι αν και η Αλβανία για δεκαετίες εξαρτιόταν οικονομικά από τους οικονομικούς μετανάστες που ζούσαν και εργάζονταν εδώ, δεν καταφέραμε όχι μόνο να έχουμε πολιτικό λόγο στα τεκταινόμενα της γείτονος χώρας (αφού ακόμα και η ελληνική μειονότητα κατέληξε κατακερματισμένη), αλλά δεν έχουμε κατορθώσει να διασφαλίσουμε το αυτονόητο δηλ. την χάραξη της ΑΟΖ και τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Βόρεια Ήπειρο. Για να μη μιλήσουμε για το ότι στα Σκόπια (όπου η οικονομία της είχε εξάρτηση από την Ελλάδα σε ποσοστό πάνω από 40%), δεν υπάρχει ακόμα μια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής της: Γιατί να το κάνει εξάλλου; Και τα χρήματα εισέπρατταν τόσο χρόνια, και πίεση δεν υπήρχε επ' αυτού από τους Έλληνες επενδυτές. 
Η Ελλάδα αποφάσισε - και σωστά - ν' αλλάξει στάση, κάνοντας όμως τα πράγματα χειρότερα.
Στο μέτωπο της Αλβανίας προωθεί μια λύση στο θέμα της ΑΟΖ, η οποία δεν είναι επωφελής για την χώρα από υιοθετείτε μια λύση η οποία είναι χειρότερη απ' αυτή που είχε επιτευχθεί στα 2009. Σε αντάλλαγμα η Ελλάδα ανοίγει το δρόμο για την Ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας - με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Πουθενά κουβέντα για την ελληνική μειονότητα, για το "τσάμικο", για την "Μεγάλη Αλβανία".
Για το δε Σκοπιανό, παραδίδεται το όνομα της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς, με τα θέματα της γλώσσας, της ταυτότητας να παραπέμπονται σε μελλοντικές αλλαγές του Συντάγματος και σε επιτροπές σοφών. Ανακοινώνονται παράλληλα συνεργασίες με τα πανεπιστήμια, την αστυνομία κ.ο.κ. των Σκοπίων, με όλους εκείνους δηλαδή που πρωτοστατούν στην χάλκευση της ιστορίας και τη δημιουργία αλυτρωτικού κλίματος. Η δε λύση που προωθείται - αυτή της διεθνούς σύμβασης - είναι αφελής - εώς βλακώδης - αφού όπως μας δείχνει το πρόσφατο παράδειγμα της σύμβασης της χώρας μας με την Αλβανία για την ΑΟΖ το 2009, ακόμα και αν μια σύμβαση υπογραφεί με μια άλλη χώρα, αυτό δε σημαίνει ότι θα επικυρωθεί ή θα εφαρμοστεί. Έτσι κινδυνεύουμε να καταλήξουμε - εν ευθέτω χρόνω - να είμαστε δίπλα δίπλα σε διεθνείς πολιτικούς οργανισμούς, μαζί με χώρες που έχουν εδαφικές (και άλλες διεκδικήσεις) απέναντι σε μας, οι οποίες εξαρτώνται πολιτικά από την Τουρκία.
Καταλήγουμε δηλαδή σε μια επανάληψη της σχέσης μας με την Τουρκία, με την οποία είμαστε μεν σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, αλλά εκείνη δεν έχει κανένα πρόβλημα να έχει δημιουργήσει γκρίζες ζώνες σε ελληνικά εδάφη, να παραβιάζει εναέριο και υδάτινο ελληνικό χώρο και να παρενοχλεί όχι μόνο ιδιώτες αλλά και στρατιωτικές μονάδες σε ελληνικό έδαφος. Η δε στάση της ακόμα και σε ζητήματα που "αγγίζουν" τους συμμάχους μας (όπως π.χ. των πετρελαϊκών γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ) αντιμετωπίζονται με αμηχανία ή/και αδιαφορία τόσο από την Ε.Ε. όσο και από το ΝΑΤΟ.
Με λίγα λόγια, γίνονται πολλά λάθη δηλαδή τα οποία θα τα πληρώσουν οι επόμενες γενιές, με μηδέν ανταλλάγματα...
Για τη δε στάση των "συμμάχων" μας σε όλα τ΄ ανοιχτά μέτωπα που έχει η χώρα μας και απέναντι στην αυξανόμενη τουρκική προκλητικότητα, δεν θα κάνουμε κάποιο σχόλιο - δεν περιμέναμε εξάλλου κάποια βοήθεια ή στήριξη από κανέναν απ' αυτούς...

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Για τον Μίκη...

Από αρχαιοτάτων χρόνων το εθνικό σπορ των Ελλήνων ήταν η ανθρωποφαγία. Τίποτα δεν χαιρόμαστε περισσότερο ως λαός από το να μηδενίζουμε τους άξιους και τους ξεχωριστούς. Με την πρώτη αφορμή αυτοί που μέχρι χθες "ήταν στις καρδιές μας" γίνονται φαύλοι και αποτυχημένοι.
Η ελληνική ιστορία βρίθει παραδειγμάτων από ανθρώπων που πρόσφεραν πολλά αλλά στο τέλος πέθαναν στις φυλακές και τις εξορίες. Οι εποχές εξελίχθηκαν - πλέον δε δημεύουμε περιουσίες, ούτε εξορίζουμε.
Έχουμε όμως κάτι καλύτερο.
Το Facebook.
Ο Μίκης Θεοδωράκης αποτελεί - είτε αρέσει είτε όχι - μια από τις σπουδαιότερες εν ζωή προσωπικότητες της χώρας. Έχει πάει παντού, έχει συζητήσει με τους πάντες, έχει κάνει πολλά και έχει περάσει περισσότερα. Έχει φάει ξύλο (και έχει δώσει κιόλας), έχει κυνηγηθεί, έχει μισηθεί από πολλούς και έχει αγαπηθεί από περισσότερους.
Όντας αριστερός καλλιτέχνης, διεθνούς εμβέλειας προστατεύθηκε από την αριστερά, γιατί ποτέ του δεν έμεινε "πίσω" - σε αντίθεση με άλλους αριστερούς. Πάντα μπροστά και πάντα στους αγώνες. Έτσι όντας συνεργαζόμενος με το ΚΚΕ, εκλέχτηκε βουλευτής και υπήρξε υποψήφιος δήμαρχος Αθηνών.
Του συγχωρέθηκε γρήγορα και η συνεργασία του ως "ανεξάρτητου" βουλευτή με την ΝΔ στα 1990, διατελώντας υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και Επικρατείας υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Το πως και το γιατί έγινε αυτή η συνεργασία ο πολύς κόσμος δε το κατάλαβε - και πολύ περισσότερο η αριστερά που τον θεωρούσε "δικό της". Μικρή σημασία είχαν οι λόγοι αυτής της συνεργασίας που βασικά ήταν η πίστη του Μίκη ότι έπρεπε να συνεργαστεί με την μόνη δυνατή εναλλακτική λύση εξουσίας ώστε η Ελλάδα να φύγει από τον κυκαιώνα των σκανδάλων της τελευταίας Πασοκικής περιόδου.
Ο Μίκης συνέχισε να μιλάει και ν' αντιδράει σε όλα όσα εκείνος θεωρούσε ως "κακώς κείμενα", με τον κόσμο να τον περιβάλλει με αγάπη. Με το μνημόνιο μπήκε μπροστά και πάλι - προσπάθησε να κάνει την "Σπίθα" στα πρώτα μνημονιακά χρόνια, αλλά γρήγορα το εγχείρημα κατέρρευσε αφού εκείνος ήταν μεγάλος για να γυρίζει την Ελλάδα και να ξεσηκώνει το λαό, και όσοι τον ακολούθησαν δεν είχαν το εκτόπισμα να συν-ηγηθούν μιας τέτοιας προσπάθειας, χωρίς πόρους και υποστήριξη από τα ΜΜΕ.
Στην αρχή της εποχής του ΣΥΡΙΖΑ στάθηκε κριτικά υπέρ του -  πιστεύοντας και αυτός όπως και τόσοι άλλοι ότι ο Αλέξης Τσίπρας είχαν τη διάθεση και τις δυνάμεις ν' αλλάξουν τα πράγματα. Όταν οι προσδοκίες διαψεύστηκαν, άρχισε να είναι έντονα επικριτικός - με τον μόνο τρόπο που μπορούσε πλέον να το κάνει, δηλαδή γράφοντας επιστολές. Κάτι τέτοιο βέβαια ήταν εύκολο ν' αντιμετωπιστεί: Με την μετατροπή του Τσίπρα σε "καλό παιδί των μνημονίων" συστρατεύτηκαν μαζί του η πλειοψηφία των καθεστωτικών ΜΜΕ και των ιστοσελίδων. Έτσι οι θέσεις Θεοδωράκη δεν τύγχαναν κάποιας σοβαρής παρουσίασης και όπου αυτές έκαναν την εμφάνισή τους, αντιμετωπίζοντας ως τα γράμματα του "γκρινιάρη παππού", τον οποίο όλοι τον αγαπάμε αλλά κανείς δεν τον παίρνει στα σοβαρά.
Κάπου σιγά-σιγά άρχισε η αργή αλλά σταθερή αποδόμησή του. Όχι πια από τους ακροδεξιούς που (πάντα) προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τον Μίκη και τον Γλέζο ως "άκαπνους", αλλά πλέον από τη νέα φουρνιά των "αριστερών" με τα Gucci και τα Iphone X. Εκείνων δηλαδή που απέκτησαν θέσεις στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αν και φαύλοι, λόγω της παρουσίας του στα κομματικά όργανα της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ (η οποία αριθμητικά ούτως ή άλλως ήταν μικρή) και που φυσικά δεν είχαν καμία διάθεση να χάσουν τη θέση που (χωρίς κόπο) απέκτησαν. Στις εποχές των 400 ευρώ, το 3χίλιαρο της κυβερνητικής θέσης δεν χάνεται εύκολα.  Μαζί τους και μια στρατιά αριστερών διανοητών και δημοσιογράφων που όντας ημιμαθείς και αστοιχείωτοι, και παραβλέποντας τη σταθερή πατριωτική θέση της αριστεράς σε πολλές περιόδους της ελληνικής ιστορίας, δεν άντεχαν τον πατριωτικό/επικριτικό λόγο του και που δεν μπορούσαν να διανοηθούν μια τέτοια ιστορική στιγμή (δηλ. η Ελλάδα να έχει "αριστερό" Πρωθυπουργό) δεν υπάρχει αριστερός Έλληνας που να μην χειροκροτά την κάθε ηλιθιότητα που κάνει ο Αλέξης Τσίπρας.
Την ίδια ώρα όμως που συνέβαιναν όλα αυτά, οι ίδιοι άνθρωποι που καθοδηγούσαν τις επιθέσεις ενάντια στον Μίκη δεν έχαναν ευκαιρία να ζητούν ακροάσεις για να πάρουν "συμβουλές" και "γνώμες", κάνοντας δηλώσεις και βγάζοντας φωτογραφίες με τον Μίκη.
Το πράγμα όμως βγήκε εκτός ελέγχου με την ανακοίνωση ότι ο Μίκης θα ήταν ο κύριος συνομιλητής στο συλλαλητήριο της Αθήνας στις 4 του Φλεβάρη. Εκεί όλοι εκείνοι που δεν μπορούν να χωρίσουν δύο γαϊδάρων άχυρα (και που προφανώς δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση να καταλάβουν τη διαφορά "πατριώτη" και "εθνικιστή"), έδωσαν ρεσιτάλ μηδενισμού και ανθρωποφαγίας, χαρακτηρίζοντας λίγο εως πολύ τον Μίκη ως "ξεμωραμένο". Δεν κατάλαβαν το χιούμορ που έκανε στην αρχή (δεν είχαμε τέτοια απαίτηση - η "αριστερά" ποτέ δε φημιζόταν για το χιούμορ της εξάλλου σε κομματικές συγκεντρώσεις και αποστολές) όταν μιλούσε για τ' αδέρφια του - τους "φασίστες", δεν έπιασαν το υπονοούμενο περί "αριστερού φασισμού" (σαφής αναφορά στην επίθεση στο σπίτι του από "αναρχικούς" που έχουν προνομιακή σχέση με υψηλά στελέχη της σημερινής κυβέρνησης) και δεν κατανόησαν το αυτονόητο: όταν μιλάμε για την πατρίδα μας και την ιστορία μας, δεν μπορείς ν' αποκλείσεις κανένα βάζοντας του ταμπέλες. Όπως στον πόλεμο δεν διαλέγεις με το ποιον θα πολεμήσεις στο πλάι σου, έτσι και σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορείς να πεις "όποιος φοράει περικεφαλαία ή ράσο δεν μπορεί να έρθει στο συλλαλητήριο γιατί στην Αυγή ή στο News24 βγάζουν σπυριά μόλις δουν τέτοια". Εδώ χρειαζόμαστε τους πάντες να δηλώσουν παρόν απέναντι στην κλοπή. Και αυτό το έχει δείξει πρώτη η αριστερά με την περίφημη επιστολή Ζαχαριάδη, μέσα από τις φυλακές στο ξεκίνημα του ελληνο-ιταλικού πολέμου.
Ο Μίκης πήγε στο συλλαλητήριο γνωρίζοντας όλα τα παραπάνω. Ξέροντας πολύ καλά το ότι η Χρυσή Αυγή θα ήταν σύσσωμη παρούσα στο συλλαλητήριο, και που οφείλεται ΞΕΚΑΘΑΡΑ στο ότι η δικαιοσύνη δεν έχει κάνει σωστά τη δουλειά της πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.  Ο Μίκης ήξερε πολύ καλά ότι ο φασισμός δεν πολεμάτε δίνοντας του ζωτικό χώρο ρίχνοντας αναθέματα στα συλλαλητήρια ή μηδενίζοντάς τη συμμετοχή του κόσμου σ' αυτά (ναι το είδαμε και αυτό: στα 2018, με τα social media στο φόρτε τους, η αστυνομία και το Μαξίμου μίλησαν για "μερικές δεκάδες χιλιάδες κόσμου").
Αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα. Η κυβέρνηση έχει συντεταγμένη υπηρεσία - αφού έριξε τους Έλληνες σε μόνιμη επιτροπεία και αιώνια capital controls, αφού ξεπούλησε λιμάνια και αεροδρόμια και αφού παρέδωσε ακόμα και τη φέτα στους Καναδούς δεν μπορούσε να μην προσπαθήσει να "λύσει" και το πρόβλημα με την ονομασία των Σκοπίων (για τους γνωστούς λόγους που έχουμε γράψει στο παρελθόν). Εδώ όμως έπαιξε και έχασε γιατί ο κόσμος αντέδρασε. Το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης το έδειξε ξεκάθαρα, το ίδιο και οι δημοσκοπήσεις. Άρα το επακόλουθο συλλαλητήριο της Αθήνας έπρεπε να απαξιωθεί - με κάθε τρόπο. Δεν μπορούσε επομένως κάποιος "Μίκης Θεοδωράκης" να συμμετέχει και να δείξει με την παρουσία του το "μείζον". Γι' αυτό στην αρχή πήγαν "με το καλό":  "η κυβέρνηση προσπαθεί και διαπραγματεύεται ας μην κάνουμε τα πράγματα χειρότερα με τη συμμετοχή σας στην εκδήλωση", το οποίο έγινε "μα θα είναι όλοι οι ακροδεξιοί εκεί, τι δουλειά έχετε και εσείς" με μια ταυτόχρονη εκδήλωση ενδιαφέροντος για την εύθραυστη υγεία του μουσικοσυνθέτη. Μετά άρχισαν οι επιθέσεις από τα ΜΜΕ και τα social media, στην αρχή χαλαρά και μετά πιο έντονα, από συγκεκριμένους λογαριασμούς που έδωσαν το στίγμα. Μόνο "non-paper" δεν έβγαλε το Μαξίμου για το θέμα - επισήμως γιατί ανεπισήμως πολλοί δούλεψαν τις τελευταίες μέρες για το θέμα.
Τελικά ο Μίκης πήγε, μίλησε - και όποιος τον άκουσε κατάλαβε. Ούτε ξεμωραμένος είναι, ούτε τα έχει χάσει, ούτε είναι εθνικιστής. Προφανώς δεν έγινε φασίστας επειδή ο Κασιδιάρης έγραψε κάτι καλό γι' αυτόν ή το "Πρώτο Θέμα" έκανε πρώτο θέμα το λόγο του. Αυτό θα συνέβαινε ούτως ή άλλως.Φοβάται για το αύριο - όχι το δικό του, της χώρας και χτυπάει το καμπανάκι. Όποιος τον ακούσει δεν θα χάσει, οι υπόλοιποι μπορούν να συνεχίσουν να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου...

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Να το πως το ανάθεμα στα συλλαλητήρια ανοίγει το δρόμο στην Χρυσή Αυγή (και οι 3 αποτυχημένοι διαπραγματευτικοί άξονες της χώρας μας)

Τα όσα γράφονται τις τελευταίες μέρες από μεγάλη μερίδα του τύπου και της αριστεράς και με τα οποία χαρακτηρίζονται εμμέσως ή σαφώς ως "εθνικιστές" όσοι τολμούν να πάνε στα συλλαλητήρια που έγιναν ή θα γίνουν τον επόμενο καιρό για το όνομα της χώρας των Σκοπίων, είναι το λιγότερο επικίνδυνα και ατυχή.
Η προσπάθεια να στιγματιστούν τα συλλαλητήρια - που συνεχίζονται να διοργανώνονται σε μια περίοδο που η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου αντιτίθεται σε αυτά - αφήνει ελεύθερο το πεδίο σε ακραίους για να πάρουν θέση ισχύος και να οικιοποιηθούν τη μεγαλειώδη αντίδραση του κόσμου, που συμβαίνει και εκφράζεται ανοιχτά παρά το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα κόμματα του "συνταγματικού τόξου" μεμψιμοιρούν με τη δημόσια διαδήλωση της αντίθεσης στην ακραιφνή καπηλεία και παράδοση που επιχειρείται. Έχουμε δηλαδή επανάληψη των λαθών των κομμάτων κατά την περίοδο 2009 - 2013 που οδήγησε στη γιγάντωση της Χρυσής Αυγής.  Όσοι έχουν μνήμη γνωρίζουν πολύ καλά ότι την Χρυσή Αυγή την ενίσχυσε αφάνταστα ο τρόπος διαχείρησης των συγκεντρώσεων και των συγκεντρωμένων στο Σύνταγμα την περίοδο του κινήματος των αγανακτισμένων, από πλευράς αριστεράς όσο και η άρνηση της τελευταίας της αναγνώρισης των προβλημάτων που έφερε η άνευ ορίων και όρων μετανάστευση στις υποβαθμισμένες περιοχές των μεγάλων πόλεων. Έτσι και σήμερα αφήνεται χώρος στην Χρυσή Αυγή να παρουσιαστεί ως ο μόνος "πατριωτικός" πολιτικός σχηματισμός, ανεξάρτητα αν η ιστορία έχει αποδείξει πως στην πραγματικότητα οι εθνικιστές ποτέ δεν υπήρξαν πατριώτες.
Όταν δε αυτή η ταύτιση αποτυγχάνει, χρησιμοποιείται το χαρτί του "φαρισαϊσμού". Δηλαδή γίνεται αναφορά στο ότι πολλοί από αυτούς που διαδήλωσαν στην Θεσσαλονίκη έχουν πάει για ψώνια στα Σκόπια και "άρα για ποιο όνομα μιλάμε". Με το μυαλό δηλαδή αυτών που χρησιμοποιούν αυτό το επιχείρημα επειδή κάποιος αγόρασε πιπεριές από τα Σκόπια ή έχει πάει στο καζίνο της Γέγευλης, δίνεται αυτομάτως το δικαίωμα στους Σκοπιανούς να έχουν χάρτες με την χώρα τους να φτάνει στην Λαμία ή να υποστηρίζουν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είναι μακρινός πρόγονος του Κίρο Γκλιγκόροφ. Η απουσία της σοβαρότητας σε όλο της το μεγαλείο...
Αυτό όμως που είναι ακόμα χειρότερο είναι η χρήση επιχειρημάτων τύπου "Marfin" για να μην κατεβαίνει ο κόσμος στα συλλαλητήρια. Όπως τότε, που το προβοκατόρικο κάψιμο της τράπεζας έκλεισε τον κόσμο σπίτι του και οι αντιμνημονιακές διαδηλώσεις δεν ξαναέγιναν ποτέ πραγματικά μαζικές, έτσι και σήμερα η καμμένη κατάληψη στην Θεσσαλονίκη μαζί με τις κραυγές ορισμένων ηλιθίων του Ρουβίκωνα περί "αίματος" συνοδεύουν σχεδόν όλα τ' άρθρα που αντιτίθονται στο συλλαλητήριο της Αθήνας. Για να γίνει καλύτερα η σύνδεση των γεγονότων, παρουσιάζονται οι μεν καταληψίες ως "θύματα" και όλοι οι υπόλοιποι ως "θύτες". Οι δε αναφορές στις πέτρες και τις μολότοφ από την κατάληψη προς τους "απέξω" (τις οποίες οι ακροδεξιοί χρησιμοποίησαν ως αφορμή για το κάψιμο) ή τον ξυλοδαρμών των ανηλίκων με στόχο την κλοπή των ελληνικών σημαιών - γεγονότα που προηγήθηκαν του καψίματος - είναι ελάχιστες και εκ της χρήσεως τους φαίνονται ως προσχηματικές. Το ότι με την μονόπλευρη παρουσίαση των γεγονότων πέφτει νερό στον μύλο όλων εκείνων που ψάχνουν ευκαιρίες για να ξεκαθαριστούν παλιοί λογαριασμοί, και να γίνει ένα άνευ προηγουμένου μπάχαλο (κατά το οποίο ό,τι και να έχει συμβεί, θα υπάρχει "δικαιολογία") δεν περνάει από το μυαλό κανενός.

Η κυβέρνηση Τσίπρα συνεχίζει μια αλαζονική πορεία. Θεωρεί ότι εφόσον πείστηκε ο κόσμος στα 2015 και ξαναψήφισε "Τσίπρα" παρά την καταστροφική συμφωνία και την παρερμηνεία του δημοψηφίσματος, θα το ξανακάνει. Και έχοντας αυτό στο μυαλό προχωράει να "λύσει" το πρόβλημα, οδηγώντας την χώρα προς ένα άνευ προηγουμένου εγκλωβισμό που στοιχειωθετείτε από 3 άξονες:
α) τα ζητήματα της ταυτότητας, της γλώσσας, του αλυτρωτισμού, της εκκλησιαστικής αντιπαράθεσης και της καπηλείας της ιστορίας είτε δε λύνονται καθόλου (διαβάστε εδώ τις σχετικές δηλώσεις του κ. Νίμιτς) ή προτείνεται να λυθούν μέσω ενός "συμφώνου φιλίας" σαν και αυτό δηλαδή που υπέγραψε η χώρα μας με την Τουρκία στα 1930 και οδηγήθηκαμε στην τραγωδία της Κύπρου, σαράντα χρόνια αργότερα ή σαν εκείνα που υπογράφονταν κατά δεκάδες την περίοδο του Μεσοπολέμου (και που χρησιμοποιήθηκαν σαν χαρτί τουαλέτας λίγα χρόνια αργότερα).
β) τίθεται ένα σαφέστατο - και ανεξήγητο διαπραγματευτικά- χρονοδιάγραμμα από την χώρα μας, και όχι από τους γείτονές μας - μια περίοδο που η χώρα μας δεν έχει να χάσει τίποτε, σε αντίθεση με τους άμεσα ενδιαφερόμενους, που έχουν να χάσουν πολλά (και κυρίως να μην είναι κομμάτι της επόμενης μεγάλης διεύρυνσης της Ε.Ε.) και
γ) δεν υπάρχουν καθόλου προβλέψεις για το πως θα χρησιμοποιηθεί το όνομα που θα συμφωνηθεί - καθώς και το πόσο αυτό θα μακροημερεύσει. Όπως σωστά σημειώνει (προς μεγάλη έκπληξη μας) ο Γ. Παπαχρήστος στα "Νέα": "...Αναφέρομαι στη (σχεδόν) συμφωνημένη λύση της ονομασίας του γειτονικού κράτους με τη σλαβική ονομασία του έναντι όλων - και εντός της χώρας και διεθνώς. Δηλαδή, θα συμφωνηθεί να λέγεται "Ρεπούμπλικα Γκόρνα Μακεντόνιγια" και θα επιβληθεί στη Αγγλία, ας πούμε, να μην αναφέρεται η χώρα ως "Ριπάμπλικ οφ Απερ Μακεντόνια", αλλά με τη σλαβική ονομασία της ως "Ρεπούμπλικα Γκόρνα Μακεντόνιγια"; Ενημερωτικά αναφέρω ότι το τελευταίο κράτος στον κόσμο που είχε μπροστά από την ονομασία του τη λέξη "Ανω'' ήταν εκείνο της Κεντρικής Αφρικής που ονομαζόταν Ανω Βόλτα. Αλλά ένας πρόεδρος τους, το 1984, αποφάσισε ότι με αυτό το όνομα δεν κάνει καριέρα το κρατίδιο και το μετονόμασε Μπουρκίνα Φάσο, το οποίο στη γλώσσα τους σημαίνει "Εντιμοι άνθρωποι". Τα "Ανω", παλικάρια μου, δεν έχουν ζωή…".

Λαμβάνοντας κανείς όλα τα παραπάνω υπόψιν δεν μπορεί προφανώς να είναι αισιόδοξος για την επόμενη μέρα...

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Sportingbet: να το πως έχουμε μεγάλη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή στο διαδικτυακό τζόγο

Από τα 2010 μέχρι σήμερα άλλαξαν πολλά στην Ελλάδα. Ένα από αυτά ήταν και η ενίσχυση/νομιμοποίηση ενός δικτύου παντός είδους τζόγου (βλέπε φρουτάκια, καζίνο, ιδιωτικοποίηση ΟΠΑΠ κ.ά), που ξεκίνησε με τα νομοσχέδια που πρωτοήρθαν στην Βουλή στα τέλη εκείνης της χρονιάς. Η χαριστικά νομοσχέδια για τη λειτουργία του, που ακολούθησαν ήταν η συνέχεια της υπόθεσης.
ιδιωτικοποίηση του ΟΠΑΠ και τα
Τα πράγματα όμως δεν έμειναν εκεί. Η ρύθμιση του τοπίου του διαδικτυακού τζόγου (μέσω του οποίου δεκάδες εκατομμύρια ευρώ φεύγουν από την χώρα κάθε χρόνο) ήταν ίσως μια από τις λίγες κινήσεις που είχαν ουσία. Όμως και εκεί ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκαν τα πράγματα ήταν λανθασμένος - και η πρόσφατη υπόθεση του τεραστίου προστίμου προς την Sportingbet καταδεικνύει την έκταση της φορο-αποφυγής που εταιρείες σαν και αυτή προσπαθούν να κάνουν...
Αντιγράφουμε από το "Έθνος":
"Ο νόμος του 2011 που ρύθμιζε για πρώτη φορά το διαδικτυακό στοίχημα, προέβλεπε ότι όσες εταιρείες δήλωναν συμμετοχή στο μεταβατικό καθεστώς μέσα στις 18 ημέρες που απέμεναν ως το τέλος του χρόνου, θα είχαν το δικαίωμα να δραστηριοποιούνται νόμιμα στην ελληνική αγορά, πληρώνοντας φόρο 30% επί των μικτών εσόδων τους (GGR) μέχρι να εκδοθούν μόνιμες άδειες. Επιπλέον οι εταιρείες αυτές θα έπρεπε να καταβάλουν αναδρομικά το 30% των μικτών τους εσόδων από την Ελλάδα για τα έτη 2010 και 2011. Ωστόσο το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε (18 ημέρες, περίπου οι μισές εργάσιμες) και η υψηλή αναδρομική φορολογία είχαν ως αποτέλεσμα να δηλώσουν υπαγωγή στο μεταβατικό καθεστώς 24 εταιρείες- οι περισσότερες από αυτές πολύ μικρές. Οι μεγάλες εταιρείες που είχαν σημαντικό μερίδιο στην ελληνική αγορά ως τότε (όπως για παράδειγμα οι Bwin και William Hill) δεν συμμετείχαν λόγω της αναδρομικής φορολογίας. Μοναδική εξαίρεση ήταν η Sportingbet η οποία και κατάφερε να μην πληρώσει τους αναδρομικούς φόρους (εκτιμώνται σε περισσότερα από 25 εκατομμύρια ευρώ). Τι είχε
συμβεί; Τα δικαιώματα του domain Sportingbet.gr μεταφέρθηκαν στην στην SportingOdds -στην οποία έχει πλέον καταλογιστεί το πρόστιμο των 187 εκατομμυρίων-, και έτσι με το επιχείρημα ότι η SportingOdds (αφού το 2010 και το 2011 δεν της άνηκε η ιστοσελίδα Sportingbet.gr) δεν είχε έσοδα από την Ελλάδα τη συγκεκριμένη διετία δεν καταβλήθηκαν φόροι. Μάλιστα , οι ιθύνοντες πρόλαβαν και δήλωσαν συμμετοχή με ούτε λίγο ούτε πολύ 4 διαφορετικές εταιρείες (SportingOdds, DomsHolding, Logflex, DomsCars) οι οποίες λειτουργούν μέχρι και σήμερα τις ιστοσελίδες Sportingbet, Vistabet, Novibet και Statusbet στην Ελλάδα πληρώνοντας ελάχιστους φόρους."
Μια λίγα λόγια, μια μητρική στοιχηματική εταιρεία μεσαίου μεγέθους, κατάφερε μεταφέροντας δικαιώματα ιστοσελίδων από μια εταιρεία του ομίλου σε άλλη, να "γλυτώσει" 25 εκατομμύρια ευρώ. Αυτή η εταιρεία (που έστησε τέσσερις ξεχωριστές εταιρείες-κελύφη στην χώρα μας), που εφαρμόζει απάτες τέτοιου μεγέθους, αποτελεί "νόμιμη επιχείρηση" και διατηρεί τις άδειές της, λειτουργώντας κανονικά.
Δυστυχώς το πλαίσιο - όπως και στις εταιρείες ενέργειας - είναι τέτοιο που δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που δέχονται υπηρεσίες (και περιμένουν πληρωμές εν προκειμένω), κινδυνεύουν να βρεθούν στον αέρα, μιας και αφερέγγυες εταιρείες αδειοδοτούνται και τους επιτρέπεται να συνεχίσουν να λειτουργούν αφερέγγυα. Αλλά τι να κάνουμε; Για το κράτος μετράει το σήμερα...Για το αύριο "έχει ο Θεός".

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Μερικές σκέψεις για τις εξελίξεις στο Σκοπιανό

Ο τρόπος με τον οποίο μεθοδεύεται η λύση του Σκοπιανού από την κυβέρνηση θ' αποτελέσει στο μέλλον, βασικό παράδειγμα προς αποφυγή στα βιβλία πολιτικής ιστορίας της χώρας. Είναι προφανές ότι ο Πρωθυπουργός - και κατά συνέπεια η κυβέρνηση - τελούν υπό καθεστώς πίεσης και έχουν υποσχεθεί να κάνουν τ' αδύνατα-δυνατά ώστε το θέμα να "λυθεί". Το πως θα γίνει αυτό δεν απασχολεί κανέναν από εκείνους που ασκούν τις πιέσεις. Τόσο οι ΗΠΑ (από την μία), όσο και η Κομισιόν (από την άλλη) θέλουν να προχωρήσουν τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., και η χρονίζουσα διαμάχη μεταξύ Ελλάδος - Σκοπίων αποτελεί μείζον ανάχωμα για την πραγματοποίησή τους.

Το πρόβλημα όμως είναι ένα: όταν ο ΣΥΡΙΖΑ φώναζε ότι "δεν μπορούν να περνούν τα μνημόνια από την Βουλή με απλή πλειοψηφία" είχε ένα δίκιο. Ακόμα όμως και αν ο λαός μπορεί να καταπιεί "μνημόνια" και να τα ξεχάσει, δεν μπορεί να κάνει το ίδιο για ένα θέμα εθνικό όπως το Σκοπιανό. Και αν το ενδιαφέρον για την Κύπρο έχει ατονίσει και η ελληνική κοινή γνώμη ήταν οριακά αδιάφορη για οποιαδήποτε (προδοτική) λύση ετοιμαζόταν να υπογραφεί, μέχρι που μας έκαναν την χάρη οι Τούρκοι και τίναξαν τη διαπραγμάτευση στον αέρα, γιατί έχει πεισθεί (μετά από χρόνια προσπαθειών του πολιτικού κόσμου και των ΜΜΕ ότι "η Κύπρος είναι μακρυά"), δεν μπορεί να συμβεί το ίδιο και με το όνομα της γείτονας χώρας.

Δεν είναι τόσο τα τεράστια (σε όγκο) συλλαλητήρια σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Μελβούρνη, Νέα Υόρκη και Ουάσιγκτον που συγκλόνισαν τον πλανήτη στα 1992, τα οποία δεν μπορούν να ξεχαστούν. Δεν είναι ούτε (μόνο) η εξώφθαλμη καπηλεία της ελληνικής ιστορίας από ένα κράτος-μόρφωμα που δημιουργήθηκε από τον στρατάρχη Τίτο ώστε να δημιουργήσει στο μέλλον τις συνθήκες για να πάρει η Γιουγκοσλαβία αυτά που δεν μπόρεσε να πάρει στους Βαλκανικούς Πολέμους. Είναι το ότι οποιαδήποτε συμφωνία, θ' αλλάξει το status quo της χώρας μας για πάντα. Αυτό το έχει κατανοήσει ο μέσος Έλληνας και γι' αυτό παρά την προσπάθεια πολιτικών κομμάτων, ΜΜΕ και δημοσιογράφων, αντιδράει ακόμα και σ' εκείνες τις ονομασίες που θα μπορούσαν (υπό άλλες συνθήκες) να χαρακτηρισθούν ως "ανεκτές". Ο μέσος Έλληνας καταλαβαίνει ότι κανείς δε θ' αναφέρεται στους γείτονες μας ως "Νεό-Μακεδόνες", και η γλώσσα τους δε θα είναι τα "νέο-μακεδονικά". Το "νέο" θα φύγει και αυτομάτως - στα μάτια όλων εκείνων που δεν ξέρουν ιστορία - οι γείτονες μας θα έχουν δικαιώματα και στην ιστορία, και στην χρήση του όρου "μακεδονικός" και δεν αποκλείεται σε λίγα χρόνια να γίνει ευρέως αποδεκτό ότι τα εδάφη της ελληνικής Μακεδονίας είναι "κατεχόμενα". Η ιστορία μας έχει διδάξει πολλά και είναι βλακώδες να τ' αγνοούμε, επειδή κάποιοι θεωρούν "ότι η συγκυρία είναι ευνοϊκή".

Το παράδοξο στην όλη ιστορία είναι τον κίνδυνο αυτόν τον αναγνωρίζουν όλοι (ακόμα και ο Τσίπρας!)- πλην ελαχίστων ηλιθίων που στην στραβομάρα του διεθνισμού τους δεν βλέπουν πέρα από την μύτη τους. Το εξίσου εντυπωσιακό είναι ότι πλέον η ελληνική διπλωματία αναγνωρίζει ότι το όνομα είναι ίσως το μικρότερο από τα προβλήματα που υπάρχουν με τη γείτονα χώρα. Η ταυτότητα, η γλώσσα, ο αλυτρωτισμός, το εκκλησιαστικό (το οποίο είναι ιδιαίτερα σοβαρό) είναι θέματα που πρέπει να λυθούν ταυτόχρονα.


Και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα: Μπορεί η κυβέρνηση να προωθήσει μια λύση που όλα τα ζητήματα θα τεθούν στο τραπέζι και που θα υπάρχει μια λύση που θα είναι προς όφελος της χώρας; Μπορεί να διαχειριστεί σε επίπεδο κομμάτων αλλά και επικοινωνιακά κάτι που θα φαίνεται ως υποχώρηση στο θέμα του ονόματος αλλά θα είναι "νίκη" στους άλλους τομείς;

Η όλη στάση δείχνει το αντίθετο. Ερασιτεχνικοί χειρισμοί, μικροπολιτική διάθεση και ιδεοληπτική προσέγγιση, λες και πρόκειται για νομοσχέδιο για το τι προϊόντα θα πωλούνται στα μανάβικα και όχι για ένα μείζον εθνικό θέμα:

Καταρχήν η εμμονή για άμεση λύση είναι το λιγότερο επικίνδυνη. Η χώρα μας δεν έχει λόγο να βιάζεται: και στο ΝΑΤΟ είναι και στην Ε.Ε. Η δε λίστα των χωρών που έχουν αναγνωρίσει την γείτονα χώρα ως "Μακεδονία" δεν πρόκειται ν' αλλάξει δραματικά, αν δε λυθεί το υπάρχον πρόβλημα. Αυτοί που έχουν το πρόβλημα είναι οι γείτονες που θέλουν την κάλυψη του ΝΑΤΟ και το καθεστώς της "υπό ένταξη στην Ε.Ε. χώρας" - και τα θέλουν άμεσα για καθησυχάσουν τα εσωτερικά μέτωπα τους και τις διαλυτικές τάσεις που υπάρχουν. Ναι μεν η σταθερότητα στα Βαλκάνια είναι ζητούμενο, αλλά σίγουρα δε δικαιολογεί οποιαδήποτε κίνηση που θα επιτρέψει στους γείτονες να εισέλθουν σ' αυτούς τους οργανισμούς αφήνοντας τ' ανοιχτά μέτωπα να χρονίζουν. Θα επαναληφθεί δηλαδή το ίδιο λάθος που έκανε η χώρα μας κατά τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας: Για να μη χαλάσει το χατήρι των ΗΠΑ (που ήθελαν τον Τίτο ως "αγκάθι" στο Ανατολικό μπλοκ), δεν χρησιμοποίησε κανένα βέτο στους διεθνείς οργανισμούς, δεχόμενοι τις διαβεβαιώσεις των "συμμάτων" μας ότι "η Γιουγκοσλαβία δεν πρόκειται να διαλυθεί ποτέ". Και να που διαλύθηκε - και τρέχουμε ακόμα...Εδώ χρειάζονται λεπτοί χειρισμοί, προσεκτική προετοιμασία και σίγουρη λύση που δε θα μπορεί ν' ανατραπεί εκ των προτέρων: διαβάζουμε για παράδειγμα ότι η κυβέρνηση συζητάει αλλαγές στο Σύνταγμα των Σκοπίων. Αυτό είναι πραγματικά το λιγότερο - αν αλλάξει μία, μπορεί να ξαναλλάξει στο αρχικό την επομένη της εισόδου των Σκοπιανών στην Ε.Ε.

Κατά δεύτερον υπήρξε (και υπάρχει) έλλειψη διάθεσης επικοινωνίας με την αντιπολίτευση. Το θέμα είναι εθνικό. Και ως εθνικό η απόφαση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά του Τσίπρα, του Κοτζιά και του Καρανίκα. Πρέπει οι πολιτικοί αρχηγοί να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να λάβουν απόφαση για μια ενιαία στάση, που θα τιμάει όμως τις διαθέσεις και τη θέληση του λαού. Ο Τσίπρας μπορεί να κοροϊδεύει τον κόσμο - σήμερα - λέγοντας ότι ήξερε για το 3ο μνημόνια όταν έγιναν οι εκλογές του 2015, αλλά δεν μπορεί να πει το ίδιο για το Σκοπιανό. Γι' αυτό και δεν μπορεί να λειτουργεί ιδεοληπτικά, στηριζόμενη στην (ανύπαρκτη ακόμα και για τα φοιτητικά δεδομένα) νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ. Και μπορεί να έκανε σωστά που ενημέρωσε τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο (με σκοπό να περιορίσει το μέγεθος των συλλαλητηρίων που θα γίνουν), αλλά θεσμικά έπρεπε να προηγηθούν τόσο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όσο και οι πολιτικοί αρχηγοί. Δεν μπορεί από την μία να επιζητείται "συναίνεση" αλλά από την άλλη ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης (όσο χαμηλών δυνατοτήτων και να είναι) να μαθαίνει τις προτάσεις Νίμιτς από αλβανικές πηγές.

Κατά τρίτον η διαρροή ότι "οποιαδήποτε συμφωνία θα περάσει με πλειοψηφία προσώπων και όχι κομμάτων" είναι εξωφρενική. Εδώ δεν μιλάμε για νομοσχέδια ή για μνημόνια, που κάποια στιγμή θα τελειώσουν (είτε μόνα τους είτε με την χώρα ολόκληρη) ή θ' αλλάξουν, είναι ένα θέμα που θ' αφήσει στίγμα για δεκαετίες ή εκατονταετίες μετά. Δηλαδή αν περάσει η συμφωνία στην Βουλή με 151 βουλευτές θα προχωρήσει η εφαρμογή της, ακόμα και αν οι δημοσκοπήσεις (που δείχνουν τη θέληση του λαού ξεκάθαρα) είναι συντριπτικές εναντίον της;

Και τέλος κατά 4ον δεν μπορούμε να συρθούμε σε απευθείας διαπραγματεύσεις χωρίς οι συμμετέχοντες σε αυτά να είναι απόλυτοι γνώστες του ζητήματος. Πως θα μπορέσει π.χ. να συναντήσει ο Πρωθυπουργός τον Σκοπιανό ομόλογό του χωρίς να έχει πλήρη γνώση των διαστάσεων του προβλήματος; Η άγνοια δεν είναι έγκλημα (ειδικά όταν υπάρχει διάθεση ενημέρωσης) αλλά η προσφυγή σε διαπραγμάτευση εν μέσω άγνοιας είναι. Έτσι δεν είναι δυνατόν ο Αλέξης ν' αναγνωρίζει μπροστά στον Ιερώνυμο το ότι δε γνώριζε για την εκκλησιαστική διάσταση του προβλήματος ή άτομα που συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας ν' αγνοούν τον αλυτρωτισμό του Σκοπιανού Συντάγματος. Πως μπορεί ο κ. Κοτζιάς (που ομολογουμένως χειρίστηκε άψογα το Κυπριακό) να έχει "απευθείας επαφή" με τον Σκοπιανό ομολογό του όταν ο τελευταίος, εμμέσως πλην σαφώς αποκλείει αλλαγές σε οτιδήποτε αφορά ταυτότητα/γλώσσα/Σύνταγμα.

Επιβάλλεται επομένως σοβαρότητα και υπευθυνότητα και όχι βιασύνη. Αυτό πρέπει να είναι το Νο1 στο μυαλό της κυβέρνησης και όχι οι υπερβολές και ο μηδενισμός της λαϊκής θέλησης: Δεν είναι δυνατόν να μαζεύονται εκατοντάδες χιλιάδες λαού στην Θεσσαλονίκη και ο κυβερνητικός τύπος να μιλάει για "εθνικιστικό παραλήρημα". Δεν είναι στραβός ο γυαλός -  η κυβέρνηση αρμενίζει στραβά. Ούτε επιδεικνύεται σοβαρότητα με την χρήση απειλών (από πλευράς Παπαδημούλη και Κοντονή) ότι "αν δε λυθεί τώρα το Σκοπιανό, όλοι θα τους λένε σε λιγο καιρό Μακεδόνες", λες και υπάρχουν χώρες που περιμένουν με το ημερολόγιο στο χέρι να φτάσει ο Ιούνιος του 2018 για ν' αναγνωρίσουν τα Σκόπια ως "Μακεδονία".

Το Σκοπιανό ανακινείται κατά περιόδους - με πιο πρόσφατη εκείνη των μέσων του 2010. Δε λύθηκε μέχρι σήμερα όχι γιατί η χώρα μας δε συζητάει, αλλά γιατί οι Σκοπιανοί θέλουν όνομα που να τους αφήνει περιθώρια στο να νέμονται ιστορία και ταυτότητα και να μπορούν να λέγονται "Μακεδόνες" - σκέτο, χωρίς "Νόβα", "Σλάβο" ή οποιαδήποτε άλλο πρόθεμα μπροστά. Αυτό δεν έχει αλλάξει ούτε σήμερα (διαβάστε εδώ τις σχετικές δηλώσεις του υπουργού εξωτερικών της γείτονας χώρας), και δεν πρόκειται ν' αλλάξει ούτε στο μέλλον αν οι γείτονες δεν αντιληφθούν ότι είναι σε μειονεκτική θέση. Ναι μεν δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να κάνει εξωτερική πολιτική ο Άνθιμος αλλά δεν μπορεί (ισάξια) να κάνει ούτε ο Μπουτάρης, ούτε και η "Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ" του 1% των φοιτητικών εκλογών.

Επομένως, μήπως δεν πρέπει εμείς να κάνουμε γι' άλλη μια φορά υποχώρηση και ν' αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα με την απαιτούμενη σοβαρότητα - έτσι γι' αλλαγή; Εκτός και αν η κυβέρνηση λειτουργεί εκ του ασφαλούς - γνωρίζοντας ότι οι γείτονες θα κρατήσουν ουσιαστικά αδιάλλακτη στάση, σύρονται σε διαπραγματεύσεις που θ' αποτύχουν - καθ' όμοιο τρόπο με αυτές για το Κυπριακό, όπου τη λύση την έδωσαν τελευταία στιγμή οι Τούρκοι...

Είδομεν...

(Μια σύντομη περίληψη του Μακεδονικού προβλήματος μπορείτε να διαβάσετε εδώ).