Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Από τον Μουσολίνι στον Τραμπ δύο τσιγάρα (και ένας πόλεμος) δρόμος...

 Κάποια στιγμή θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ως άνθρωποι και ως λαός ότι δεν υπάρχει κανείς στον κόσμο που είναι εκ των πραγμάτων σωστός, μόνο και μόνο επειδή έχει μια ιδιότητα με την οποία εμείς μπορούμε να ταυτιστούμε ως άτομα ή/και ως έθνος. Η ελληνική ιστορία έχει εκατοντάδες σχετικά παραδείγματα, που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές, από τα αρχαία χρόνια εώς σήμερα. Γενιές επί γενεών μεγάλωσαν π.χ. με το φόβο του "κομμουνιστικού κινδύνου" από την μια και με τον "καταστροφικό" καπιταλισμό από την άλλη, ή με το παραμύθι του "ανήκωμεν εις την Δύσιν" (ό,τι και αν κάνει η Δύση). 

Η αλήθεια είναι ότι μέχρι σχετικά πρόσφατα, υπήρχε και μια σχετική στήριξη του αφηγήματος, με πράξεις "αβροφροσύνης", που όμως δε μπορούσαν να καλύψουν την ουσία των πραγμάτων. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα έχουμε τις δεκάδες εισβολές (τόσο εντός, όσο και εκτός εισαγωγικών ανά τον κόσμο). Η διαφορά του τότε με το σήμερα όμως είναι ότι για χρόνια οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να βρουν μια αληθοφανή νομιμότητα, μέσω συμμαχιών και διεθνών οργανισμών, ή το έκαναν (όπως και η απέναντι πλευρά) μέσω αντιπροσώπων. Τα πράγματα όμως έχουν πλέον αλλάξει: Το πέπλο έχει πέσει, η όποια ανάγκη των ΗΠΑ για "αποδοχή" των πράξεών τους έχει εξαλειφθεί και αυτές πλέον δε διστάζουν όχι μόνο ν' αντικαταστήσουν και να υποκαταστήσουν διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες, αλλά και να επιτεθούν (λεκτικά προς το παρόν) και στους συμμάχους τους. 

Δυστυχώς όμως υπάρχουν αρκετοί που δε μπορούν ν' αποδεχτούν την καινούργια πραγματικότητα, και παραμένουν σταθεροί στο δόγμα του "υποστηρίζουμε τον οποιαδήποτε αρκεί να φαίνεται ότι η βασική του ιδεολογία είναι παρόμοια με τη δική μας". Το παράδειγμα του Ντόναλντ Τραμπ και των εγχώριων υποστηρικτών του είναι χαρακτηριστικό, όπως και ο ιστορικός παραλληλισμός του Προέδρου των ΗΠΑ, με τον Μπενίτο Μουσολίνι και την υποστήριξη που είχε εκείνος λίγο πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, από αρκετούς εγχώριους ομοϊδεάτες του. Γράφει σχετικά ο Κώστα Γιαννακίδης:

" Όταν τα κομάντο τύλιξαν με μία κορδέλα τον Μαδούρο και τον πήγαν στον Τραμπ, δεν ήταν λίγοι αυτοί που έσπευσαν να εκφράσουν τον θαυμασμό τους προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Να, ο Μάκης Βορίδης, για παράδειγμα. Δήλωσε ότι επιτέλους η Δύση έχει έναν ισχυρό ηγέτη.

σκίτσο-του-ηλία-μακρή-23-01-26-564038245Δεν ξέρω τι θα έλεγε ο Βορίδης για τη Γροιλανδία και τις απειλές προς τους Ευρωπαίους. Πιθανότατα θα έκανε την πάπια. Και τον Βελόπουλο δεν τον βλέπω και τόσο ζωηρό τελευταία. Ωστόσο πέρα από το τμήμα του πολιτικού προσωπικού που δηλώνει πίστη προς τον πρόεδρο και ελπίζει σε καταγραφή από την πρεσβεία, υπάρχει και ένα κομμάτι της κοινής γνώμης εγγεγραμμένο στο fan club του προέδρου. Και τους βρίσκεις παντού στις πλατφόρμες της κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχουν μέχρι και σελίδες στο Facebook δια της οποίας εκδηλώνεται ο καθολικός ενθουσιασμός για τις πρωτοβουλίες Τραμπ. Τον καλούν, ας πούμε, να βάλει το πόδι του στη Γροιλανδία. Εντάξει, δεν θα πιάσουμε μεζούρα για να μετρήσουμε το IQ των τραμπικών οπαδών. Αλλωστε είναι λογικό να υπάρχουν υποστηρικτές με άδολες προθέσεις που, απλώς, εκτονώνουν ψυχικές ενορμήσεις και εκφράζουν διάφορα περίεργα συμπλέγματα. Και, το πιο σημαντικό: δεν είναι κάτι που το βλέπουμε πρώτη φορά.

Αν γυρίσουμε έναν αιώνα πίσω θα βρούμε πολλούς θαυμαστές του Μπενίτο Μουσολίνι. Όχι μόνο στην πατρίδα μας, αλλά σε όλη την Ευρώπη. Τους γοήτευε η θεατρικότητα του Ντούτσε. Η αμεσότητα του με τα πλήθη. Και ο τρόπος με τον οποίο «έκανε τα τρένα να φεύγουν στην ώρα τους». Λίγο αργότερα ήρθε ο Χίτλερ. Πριν μετατραπεί σε ενσάρκωση του απόλυτου κακού, παρουσιαζόταν από πολλούς ως ο ηγέτης που αποκαθιστά την εθνική αξιοπρέπεια της Γερμανίας και την επαναφέρει στη διεθνή κανονικότητα. Οι διώξεις ήταν γνωστές. Η βία ήταν ορατή. Αλλά θεωρούνταν «εσωτερικές υποθέσεις». Και οι εφημερίδες έγραφαν άρθρα για την «αποφασιστική πολιτική του κυρίου Χίτλερ που απαντά και στον κομμουνιστικό κίνδυνο».

Αυτό το ιστορικό υπόβαθρο έχει σημασία σήμερα, όχι για να γίνουν εύκολες ταυτίσεις, αλλά για να κατανοήσουμε έναν μηχανισμό: πώς οι κοινωνίες κανονικοποιούν και, εν τέλει, αποδέχονται ή συμβιβάζονται με τον αυταρχισμό. Η υποστήριξη που απολαμβάνει σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ίδια με εκείνη που είχαν ο Χίτλερ ή ο Μουσολίνι. Οι θεσμοί είναι ισχυρότεροι, το ιστορικό πλαίσιο διαφορετικό, οι δημοκρατικές αντοχές μεγαλύτερες. Ομως η λογική της ανοχής παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες. Αυτό που χθες ήταν αδιανόητο, σήμερα είναι απλώς «προκλητικό». Αυτό που σόκαρε τώρα είναι στοιχείο της ιδιορρυθμίας του ηγέτη. Δεν πρόκειται για κατάλυση της δημοκρατίας με ένα πραξικόπημα, αλλά για φθορά μέσω εξοικείωσης. Ο ορισμός του μιθριδατισμού -πίνεις το δηλητήριο λίγο-λίγο μέχρι να το συνηθίσεις.

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Όμως παράγει μοτίβα, πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς. Και το πιο επικίνδυνο μοτίβο δεν είναι ο ίδιος ο αυταρχικός ηγέτης, αλλά η κοινωνική διάθεση που τον θεωρεί χρήσιμο ή έστω αναπόφευκτο. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Τραμπ μοιάζει με τον Χίτλερ ή τον Μουσολίνι, έστω και αν η ICE μας θυμίζει τη Γκεστάπο. Το ερώτημα είναι αν οι κοινωνίες μας μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε με εκείνες που κάποτε πίστεψαν ότι μπορούν να συμβιώσουν με τον αυταρχισμό χωρίς να πληρώσουν το τίμημα. Και εντάξει, οι Ευρωπαίοι τα έχουμε και σχετικά φρέσκα στη μνήμη μας αν, κάπως θα τη γλιτώσουμε στο τέλος. Οι Αμερικανοί, όμως, μόλις ήρθαν στο κλαμπ."

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Μερικές σκέψεις για το πρόσφατο, μεγάλο blackout στα ελληνικά αεροδρόμια

 Ο πρόσφατος χαμός, στην αρχή του 2026, με τις ξαφνικές ακυρώσεις πτήσεων, λόγω προβλημάτων στις ραδιοσυχνότητες του εναέριου χώρου που ελέγχεται από την Αθήνα (FIR Αθηνών), και το οποίο μάλιστα κατέληξε να δημιουργήσει πρόβλημα (άγνωστο πως!) ως και στη διανομή των βαλιτσών των επιβατών (!!!), κατέδειξε με πολύ ισχυρό τρόπο (ακόμα και αν υπήρξε "ξένος δάκτυλος" όπως ισχυρίζονται ορισμένοι), του τι συμβαίνει όταν οι υποδομές ενός κράτους, δεν αντιμετωπίζονται ως επένδυση και αναγκαιότητα για την ασφάλεια των κατοίκων και των επισκεπτών μιας χώρας, αλλά ως βαρίδι και μόνο.

Επίσης είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι η τραγωδία των Τεμπών, αλλά και η καταστροφή του Σάμινα, δε δίδαξαν απολύτως τίποτα στους κρατούντες. Απλώς η ζωή συνεχίζεται και η καταστροφή μας περιμένει "στη γωνία" για να επαναληφθεί.

Το άρθρο του Παναγιώτη Σωτήρη καταδεικνύει τους λόγους για τους οποίους φτάσαμε ως εδώ, καθώς και το πόσο εύκολο είναι να ξαναδούμε το ίδιο "έργο" σύντομα, με άλλους (ή και τους ίδιους πρωταγωνιστές):

"Στη δεκαετία του 1990 αναδύθηκε ο όρος failed state (αποτυχημένο κράτος), για να περιγράψει κράτη σε κατάρρευση που αδυνατούσαν να προσφέρουν στοιχειώδεις υπηρεσίες και εγγυήσεις ασφάλειας στους πολίτες τους. Συχνά αυτό αποτέλεσε και τη δικαιολογία για μια σειρά από σχέδια ένοπλων στρατιωτικών επεμβάσεων. Όμως, κατά μία παράξενη ιστορική ειρωνεία ο ίδιος όρος μπορεί να περιγράψει την κατάσταση που διαμορφώνεται ως προς κρίσιμες υποδομές και κρατικές λειτουργίες σε περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται επιθετικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που αντιμετωπίζουν το κράτος πρωτίστως ως ένα πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το πρόσφατο περιστατικό με την κατάρρευση των συστημάτων επικοινωνίας στον FIR Αθηνών και τους κινδύνους που αυτό δημιούργησε αλλά και την ταλαιπωρία στην οποία οδήγησε είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε ένα πεδίο κατεξοχήν ιδιωτικοποιημένο όπως είναι αυτό των αεροπορικών μεταφορών στη χώρα μας – η οποία δεν έχει, πολλά χρόνια τώρα, «κρατικό αερομεταφορέα» και όπου μεγάλο μέρος των αεροδρομίων είναι ιδιωτικά – το κρίσιμο τμήμα των υποδομών που αφορά την ασφάλεια και είναι ευθύνη του κράτους αποδείχτηκε επικίνδυνα παραμελημένο.

Και όλα αυτά την ώρα που η τραγωδία των Τεμπών – που προφανώς και δεν ήταν υπόθεση «ανθρώπινο λάθος» – διαρκώς υπογραμμίζει τραγικά τι συμβαίνει όταν κρίσιμες υποδομές αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως «απορροφησιμότητα» ευρωπαϊκών κονδυλίων και όχι ως πραγματική εξασφάλιση ότι δεν θα ήταν δυνατό δύο τρένα να κινούνται «τυφλά» στην ίδια γραμμή.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Το ζήτημα της ασφάλειας των υποδομών, που σε μεγάλο βαθμό είναι ζήτημα επισκευής και αναβάθμισης έργων που έγιναν σε μια προηγούμενη φάση, απασχολεί χώρες παγκοσμίως. Και αυτό γιατί η δαιμονοποίηση του «κρατικού», προς όφελος του ιδιωτικού, ή, ακόμη χειρότερα, του «αγοραίου», οδήγησε σε μια αντιμετώπιση του κράτους ως επενδυτικού πεδίου (ενίοτε και «τρόπαιου»), που με τη σειρά της σήμαινε ότι η συντήρηση και αναβάθμιση κρίσιμων υποδομών ήταν πια ένα κόστος που κάποιος έπρεπε να αναλάβει, συνήθως υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να είναι μια ακόμη συμφέρουσα εργολαβία. Όμως, αυτό στην πράξη κατέληγε είτε στην αναβολή αναμέτρησης με το πρόβλημα, είτε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε «εμβαλωματικού» τύπου λύσεις.

σκίτσο-του-ανδρέα-πετρουλάκη-08-01-26-564010984Η απάντηση σε αυτό το πρόβλημα, το οποίο επιτείνουν παράμετροι που δοκιμάζουν τις υποδομές παγκοσμίως όπως είναι η κλιματική αλλαγή, δεν μπορεί να αφορά απλώς μια επίκληση αποτελεσματικότητας ή «επιτάχυνσης» του έργου. Στην πραγματικότητα απαιτεί μια «αλλαγή παραδείγματος» σε σχέση με το πώς βλέπουμε το ίδιο το κράτος, τη λειτουργία και τις προτεραιότητές του. Η αντίληψη ότι αποτελεί απλώς ένα διοικητικό κέλυφος γύρω από κατά βάση ιδιωτικές λειτουργίες, όπου δυνητικά ακόμη και πλευρές του «σκληρού πυρήνα» όπως η καταστολή και ο σωφρονισμός θα μπορούσαν να ιδιωτικοποιηθούν, για να μην αναφερθούμε στην παιδεία ή την υγεία, στο τέλος καταλήγει σε ένα κράτος που προσφέρει – και εγγυάται – πολύ λιγότερα, ένα κράτος που «δομικά» αυξάνει και δεν περιορίζει τον κίνδυνο, ένα κράτος διαρκούς ανασφάλειας, απέναντι στην οποία ο πολίτης έχει ως μόνη καταφυγή τελικά μόνο την «ατομική του ευθύνη»."

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Να το πως ο Καποδίστριας ξαναδιχάζει την Ελλάδα, 200 χρόνια μετά το θάνατό του

 Να λοιπόν που μια ταινία για τον Ιωάννη Καποδίστρια, καταφέρνει να κάνει ό,τι συνέβη και με τον ίδιο, 200 περίπου χρόνια πριν. Διχασμός, όχι αυτή τη φορά για την προσωπική αξία ή τον πατριωτισμό του (η οποία έχει τεθεί ιστορικά υπό αμφισβήτηση αρκετές φορές, από το θάνατό του μέχρι σήμερα), αλλά για την καλλιτεχνική αξία της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδη, που προσπαθεί σε 2 και κάτι ώρες να μας παρουσιάσει, εν μεγάλη συντομία, τη ζωή του.

Από την μία έχουμε τους πολυπράγμονες κριτικούς κινηματογράφου (οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν "θάψει" όλες τις ελληνικές ταινίες έχουν κάνει κάποια επιτυχία και έχουν γυριστεί από σκηνοθέτες που δεν ανήκουν σ' ένα στενό και προστατευμένο κύκλωμα, στο οποίο και οι ίδιοι ανήκουν) και από την άλλη έχουμε ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού το οποίο συμπεριφέρεται λες και την ταινία τη γύρισε ο ίδιος ο Καποδίστριας. Η αλήθεια προφανώς, βρίσκεται κάπου στη μέση:

Η ταινία αγιογραφεί σε μεγάλο βαθμό τον 1ο κυβερνήτη της Ελλάδας, παραβλέποντας ορισμένες άβολες λεπτομέρειες της προσωπικότητας του. Π.χ. αμελεί να παρουσιάσει τη συμπεριφορά του στενού του κύκλου, ο οποίος σε αντίθεση με τον έντιμο δικό του βίο ζούσε πλουσιοπάροχα, εις βάρος των δημόσιων ταμείων. Επίσης περνάει στο χαλαρό την προσπάθεια του να κυβερνήσει ολοκληρωτικά (παρουσιάζοντας το ως "ανάγκη", ενώ προφανώς δεν ήταν), δεν αναφέρεται στο πως μεγάλο μέρος των αγωνιστών της επανάστασης έμειναν εκτός στρατεύματος (επειδή δεν ήταν ρωσόφιλοι), ενώ αν και ο ίδιος παρουσιάζεται ως "ουδέτερος" δε μαθαίνουμε την αλήθεια για τον κύκλο του (που προφανώς δεν ήταν).

Επίσης δίνεται μεγάλο βάρος στη σχέση του με την Ρωξάνδρα Στούρτζα (η οποία παρουσιάζεται να "θυσιάζεται" και να παντρεύεται κάποιον άλλον, για να μην έχει ο Καποδίστριας κάποιο "ατύχημα" υποκεινούμενο από την Αυστρία), πράγμα που καταλήγει εις βάρος της ίδιας της ταινίας. 

Τέλος ο ρόλος του πρώην μοναχού-ακόλουθου του Καποδίστρια (ο οποίος λειτουργεί ως "περιγράφων" των τεκταινόμενων) και τα οράματα του Καποδίστρια με την Παναγία πλησιάζουν τα όρια της αφέλειας, ειδικά στο 1ο μέρος της ταινίας. 

Όμως η ταινία είναι καλογυρισμένη, η φωτογραφία είναι πολύ καλή και το όλο σύνολο καταφέρνει να κάνει αυτό που προφανώς έχει στόχο εξαρχής: να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού, για την προσωπικότητα του ήρωα και να φέρει στο προσκήνιο, μια περίοδο της ελληνικής ιστορίας, για την οποία ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ότι ξέρουμε πολλά. Πράγμα που είναι προφανώς λάθος.

Η ταινία επομένως αξίζει να τη δει κανείς. Έχουμε βαρεθεί να διαβάζουμε ύμνους για ταινίες με ήρωες πρόσφυγες από την Νιγηρία, γυναίκες από το Ιράν, αποτυχημένους ηθοποιούς στην Νέα Υόρκη και ψαράδες στην Γροιλανδία. Ωραίες και αυτές οι ιστορίες, αλλά προφανώς το ελληνικό κοινό θέλει ταινίες που να είναι κοντά σε αυτόν, για να βγει από το σπίτι και να δώσει τα 7-8 ευρώ που μπορεί και να μην του περισσεύουν.

Και αυτό θα πρέπει να το γνωρίζουν, οι επαγγελματίες τζαμπατζήδες που γράφουν τις κριτικές και όλοι οι άλλοι που βλέπουν ευχαρίστως ταινίες, αλλά από τα torrents, χωρίς να βάλουν στο χέρι στην τσέπη...